Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Συνομιλώντας με τον ΣΥΡΙΖΑ


Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πια κοντά στην εξουσία και η ιστορική αυτή εξέλιξη απαιτεί ψυχραιμία και καθαρότητα σκέψης. Είναι άχαρο να πρέπει να γράψει κανείς για τα θέματα αυτά βάζοντας και τον εαυτό του μέσα. Αλλά ο θόρυβος των τελευταίων ημερών για τη σχέση μου με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν τόσο έντονος και η εκστρατεία κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού είναι τόσο μεγάλη που πρέπει να ειπωθούν ορισμένα πράγματα.

Μερικά προσωπικά δεδομένα 

Πρώτον, δεν είμαι, ούτε ποτέ υπήρξα, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, πόσο μάλλον στέλεχός του.

Δεύτερον, δεν συμμετέχω στην Οικονομική Επιτροπή του, ούτε είχα την παραμικρή ανάμειξη στη διαμόρφωση του προγράμματός του, είτε αυτού ‘της Θεσσαλονίκης’, είτε οποιουδήποτε άλλου.

Τρίτον, δεν υπήρξα ποτέ σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα, ή τα άλλα ευφάνταστα που έχουν συχνά αναφερθεί στα ΜΜΕ.

Τέταρτον, ακόμη και στο περίφημο ταξίδι του ΣΥΡΙΖΑ στην Αργεντινή το Δεκέμβρη του 2012, δεν ήμουν μέλος της αντιπροσωπείας του. Βρέθηκα στο Μπουένος Άιρες μετά από προσωπική πρόσκληση των διοργανωτών της επίσκεψης, δηλαδή ουσιαστικά της κυβέρνησης της Αργεντινής.

Είναι όμως αλήθεια ότι έχω πυκνές επαφές με τα μέλη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που αγωνιούν για τις προοπτικές του. Υπάρχει αναμφίβολα μια θερμή σχέση συμπαράταξης, αμοιβαίας στήριξης και κοινού στόχου. Όπως είναι αλήθεια ότι συνομιλώ συστηματικά με ηγετικά στελέχη του κόμματος για θέματα οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής. Είναι, τέλος, αλήθεια ότι έχω επανειλημμένως συνομιλήσει και με τον Αλέξη Τσίπρα για τα ίδια θέματα. Για τους λόγους αυτούς υποθέτω ότι μου ζητήθηκε να είμαι υποψήφιος στις ευρωεκλογές του 2014, αν και τελικά δεν έγινε αποδεκτή η υποψηφιότητά μου από αυτούς που κατάρτισαν τα ψηφοδέλτια.

Η σχέση αυτή φαντάζει – και είναι – αντιφατική. Οι αντιφάσεις της όμως έχουν να κάνουν με τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι με εμένα, όπως αμέσως θα δείξω.

Τρεις πιθανές λύσεις για την κρίση της Ευρωζώνης

Όταν ξέσπασε η κρίση της Ευρωζώνης το 2010 έγινε φανερό ότι υπήρχαν τρεις πιθανές λύσεις.

Η πρώτη – και πιθανότερη – ήταν η επιβολή άγριας λιτότητας, με παράλληλη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα των επαγγελμάτων και τα παρόμοια. Τα κυρίαρχα στρώματα εξουσίας στην Ευρώπη την επέλεξαν χωρίς δισταγμό και η τρόικα την επέβαλε στις χώρες της περιφέρειας προκαλώντας κοινωνική καταστροφή, αλλά ταυτόχρονα σταθεροποιώντας τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σήμερα διαγράφεται ο κίνδυνος να επιβληθεί και σε χώρες του κέντρου.

Η δεύτερη – και πολύ λιγότερο πιθανή – ήταν η έξοδος από την ΟΝΕ με στάση πληρωμών στο χρέος και παράλληλη ολική αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η λύση αυτή θα μπορούσε να γίνει με σκληρό και αυταρχικό τρόπο υπέρ των μεγάλων συμφερόντων. Θα μπορούσε όμως να γίνει και με βαθιά ανατρεπτικό τρόπο βάζοντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε πορεία κοινωνικής ανάπτυξης υπέρ του κόσμου της εργασίας. Αυτήν ακριβώς την πρόταση διατύπωσα με τους συνεργάτες μου του RMF στο Λονδίνο ήδη από τον Μάρτιο του 2010, και δεν ήμουν βέβαια ο μόνος.

Για όσους έχουν ψύχραιμη αντίληψη των μηχανισμών της ΕΕ και των χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και γνώση της νομισματικής θεωρίας, ήταν  φανερό ότι μόνο αυτές οι δύο λύσεις ήταν εφικτές. Υπήρχε όμως και μια τρίτη λύση, αγαπημένη των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων και άλλων που σχετίζονται με τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Ήταν το ‘καλό ευρώ’, δηλαδή η ιδέα ότι η κρίση θα μπορούσε να λυθεί με φιλολαϊκά μέτρα διατηρώντας όμως το κοινό νόμισμα και παράλληλα αλλάζοντας τη λειτουργία της ΟΝΕ προς όφελος των εργαζομένων. Βασικά της στοιχεία ήταν η ανάληψη μέρους του χρέους της περιφέρειας από το κέντρο, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές χώρες, η εγκατάλειψη της λιτότητας, η φορολογία του πλούτου κι ένα κύμα επενδύσεων για την άνοδο της παραγωγικότητας.

Η πρόταση αυτή κατακυρίευσε την ευρωπαϊκή Αριστερά γιατί της επέτρεψε να κάνει αντιπολίτευση στη λιτότητα χωρίς να χρειάζεται να πάρει ριψοκίνδυνες θέσεις που θα απειλούσαν τον πυρήνα της ταξικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Το ‘καλό ευρώ’, εξάλλου, επιδιώκει να μετατρέψει ακόμη και την ΕΚΤ σε μηχανισμό κοινωνικής αλλαγής υπέρ των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων …

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχήθηκε από τη θεωρία του ‘καλού ευρώ’ ήδη από το τέλος του 2010. Συνεπώς η καμπάνια κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού στην οποία τώρα επιδίδεται η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι παντελώς αβάσιμη. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει την παραμικρή επιθυμία, πόσο μάλλον το σχέδιο, να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως επιδιώκει να επιλύσει την ελληνική κρίση χωρίς ρήξη με την ΟΝΕ, ενώ θα αλλάξει την Ευρώπη υπέρ των εργατικών συμφερόντων.

Υπάρχει βέβαια το σχετικό πρόβλημα ότι η Γερμανία που πλέον κυριαρχεί στην ΟΝΕ αντιτίθεται τελείως στην προοπτική αυτή διότι ο εξαγωγικός της τομέας και οι τράπεζές της είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της ΟΝΕ με τη σημερινή της μορφή. Φυσικά δεν χρειάζεται να αναφέρουμε καν την απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία της λιτότητας στη γερμανική πολιτική ζωή. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ότι οι μηχανισμοί της ΕΕ απορρίπτουν ολοκληρωτικά το ‘καλό ευρώ’, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές, που είναι αναφανδόν υπέρ της λιτότητας, το πολεμούν με λύσσα. Υπάρχει ακόμη η λεπτομέρεια ότι τα στρώματα εξουσίας στην Ελλάδα, που έχουν γνώση της κατάστασης, το αντιμετωπίζουν περίπου ως ανέκδοτο.

Αλλά για τους ζηλωτές του ‘καλού ευρώ’, το σημαντικότερο είναι να υπάρξει η αλλαγή των πολιτικών ‘συσχετισμών’. Όλα είναι πολιτική, όπως συχνά λέει και η ελληνική Αριστερά, που μονίμως μπερδεύει την πολιτική με την πολιτικολογία.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο ευρύτερος ΣΥΡΙΖΑ – στελέχη, μέλη και ψηφοφόροι – έχει δείξει πολύ μεγαλύτερη ωριμότητα και επιφυλακτικότητα. Η ανησυχία του είναι βαθιά και τα ερωτήματα δεκάδες. Γιατί να δεχτούν οι χώρες του κέντρου την απαλλαγή της Ελλάδας από το άχθος του χρέους; Γιατί να συναινέσει η ΕΕ σε χαλάρωση της λιτότητας; Πως θα συνεχιστεί η παροχή χρηματοδότησης, αλλά και ρευστότητας; Ποια διαπραγματευτικά χαρτιά έχει η πλευρά μας; Τι θα γίνει αν οι μηχανισμοί της ΕΕ και οι αγορές μας κηρύξουν πόλεμο;

Οι απαντήσεις που συνεχίζουν να δίνονται δεν είναι πειστικές και πολλοί σταδιακά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί τελικά να επιλέξει ανάμεσα στις δύο πρώτες λύσεις. Μια επιλογή που αν γίνει υπό το βάρος των καταστάσεων, χωρίς προετοιμασία και χωρίς οργάνωση και ψυχολογική ετοιμότητα των λαϊκών στρωμάτων, θα είναι άκρως επικίνδυνη.

Και τώρα τι;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θριαμβεύσει εκλογικά στη βάση της πολιτικής του ‘καλού ευρώ’ και πλέον ετοιμάζεται για την κυβέρνηση. Ακόμη και τώρα βέβαια θα μπορούσε να ακούσει η ηγεσία του τη φωνή της κριτικής και να κάνει αντίστοιχα βήματα. Πόσο δύσκολη είναι όμως μια τέτοια απόφαση, όταν τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν καλά και ορθώνεται η προοπτική της εξουσίας ...

Είναι γεγονός ότι τα εξουθενωμένα εργατικά στρώματα, οι καταληστευμένοι μικρομεσαίοι και οι ταλαιπωρημένοι αγρότες προσβλέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως εξίσου γεγονός ότι έχουν βαθιές αμφιβολίες και για τη διακηρυγμένη πολιτική του και για τη στιβαρότητά του. Ακόμη βαθύτερες αμφιβολίες έχουν οι εκατοντάδες χιλιάδων αριστεροί ψηφοφόροι, καθώς μάλιστα βλέπουν να ξεδιπλώνεται η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’. Πώς να ερμηνεύσουν τη συνεχή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο, τις επαφές του με τους πολιτικούς χαμαιλέοντες του μνημονιακού στρατοπέδου και τους χαριεντισμούς του με ανθρώπους που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε πια στην ελληνική κοινωνία; Τι συμπέρασμα να βγάλουν από την απόλυτη αδιαφορία του για το συμβαίνει στα αριστερά του;

Το 2014 δεν είναι 2012, ούτε φυσικά 2010. Η επιλογή της λιτότητας έχει σταθεροποιήσει την οικονομία μέσα στα ερείπια, αλλά η κοινωνία έχει ρημαχτεί. Οι προοπτικές ανάπτυξης είναι κακές και οι ταξικές διαφορές εντονότερες από ποτέ. Τα λαϊκά στρώματα είναι καταδικασμένα στους χαμηλούς μισθούς και την υψηλή ανεργία, ενώ ο κύριος όγκος των μικρομεσαίων αργοσβήνει. Υπάρχουν όμως μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα που έχουν επιβιώσει με σχετικά περιορισμένες απώλειες και βλέπουν τώρα την ύφεση να τελειώνει. Υπάρχει η άρχουσα τάξη που δεν έχει μετακινηθεί ούτε ρούπι από την επιλογή της πρώτης λύσης, δηλαδή του ‘πραγματικού ευρώ’. Υπάρχουν οι μηχανισμοί της ΕΕ που έχουν γίνει σκληρότεροι, κυνικότεροι και απολύτως εχθρικοί προς οποιαδήποτε άλλη λύση. Υπάρχουν, τέλος, οι χρηματοπιστωτικές αγορές που απειλούν με αντιστροφή των ροών κεφαλαίου και άνοδο των επιτοκίων. Τα θηρία αυτά δεν εξημερώνονται.

Το μείγμα είναι εκρηκτικό και η θεωρία του ‘καλού ευρώ’ σύντομα θα δοκιμαστεί στην πράξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ιστορική ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι να εφαρμόσει τις μετριοπαθέστατες διακηρύξεις της Θεσσαλονίκης, χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, στους οποίους φυσικά ανήκω κι εγώ, θα τον στηρίξουν παρά τις μεγάλες επιφυλάξεις τους, αν μη τι άλλο γιατί τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς έχουν διαλέξει το δρόμο της ανυπαρξίας, διευκολύνοντας έτσι τη στροφή του προς το κέντρο.

Αλλά η ανοχή θα είναι μηδαμινή. Τα εργατικά και λαϊκά στρώματα θέλουν μια καθαρή λύση που θα την επιβάλλουν καθαροί άνθρωποι. Αν υπάρξει έστω και η παραμικρή υπόνοια βρώμικου συμβιβασμού, ή αν απλώς καταρρεύσει η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’ μέσα σε συνθήκες χάους, η μεταστροφή θα είναι γρήγορη και βίαιη.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Δεν υπάρχουν έξυπνες τεχνικές λύσεις για τη διαγραφή του χρέους


Σπάνια φιλοξενώ κείμενα άλλων, όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν το μπλογκ μου. Σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση γιατί, πρώτον, το θέμα της διαγραφής του χρέους έχει μεγάλη οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία και, δεύτερον, ο Λεωνίδας Βατικιώτης ασχολείται συστηματικά με το ζήτημα ήδη από το 2010 και κατέχει πολλές πλευρές του.

Η πρόταση των Σωτηρόπουλου-Μηλιού-Λαπατσιώρα έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στην Ελλάδα. Από μόνη της δε συνιστά καινοτομία διότι, όπως ορθά αναφέρει ο Βατικιώτης, αποτελεί μια εκδοχή της πρότασης των Paris και Wyplosz. Και η τελευταία όμως δεν είναι στη ουσία παρά μια εκδοχή της πρότασης που είχαν νωρίτερα καταθέσει οι Buiter και  Rahbari, αλλά και ο De Grauwe και άλλοι.

Η ιδέα ότι η ΕΚΤ μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επίλυσης του προβλήματος του ευρωπαϊκού χρέους στερείται βάσης στην πολιτική οικονομία. Από δε τεχνικής πλευράς δημιουργεί, αφ΄ενός, τον κίνδυνο να βρεθεί η ΕΚΤ σε θέση χρεοκοπίας για πολλά χρόνια και, αφ΄ετέρου, να μεταβιβαστούν απώλειες στις χώρες του κέντρου αναγκάζοντας την ΕΚΤ να λειτουργήσει στην ουσία ως δημοσιονομικός μηχανισμός.

Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι δεν υπήρξε πολιτική στήριξη για την πρόταση αυτή. Το πραγματικό παράδοξο είναι ότι μπορεί να εμφανίζεται τώρα με ριζοσπαστικό αριστερό μανδύα.


Η διαγραφή της …διαγραφής του χρέους

του ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πλήγμα στην προσπάθεια επιστημονικής τεκμηρίωσης και επιθετικής προβολής της θέσης για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους και στην αναγκαία συγκέντρωση πολιτικών και κινηματικών δυνάμεων που θα υπηρετήσουν αυτό το στόχο αποτελεί η επαναφορά από τις στήλες της Αυγής την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου της πρότασης των Σωτηρόπουλου – Μηλιού – Λαπατσιώρα για χρονική μετάθεση της αποπληρωμής του.

Η πρόταση των τριών οικονομολόγων διατυπώθηκε αναλυτικά στο τρέχων τεύχος του περιοδικού Θέσεις, ενώ δημοσιεύτηκε και στο εξωτερικό από το Ινστιτούτο Levy. Η βασική της ιδέα περιλαμβάνει την μεταβίβαση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα του τμήματος εκείνου του χρέους των 18 κρατών μελών της ευρωζώνης που υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ τους και την επαναγορά του από τα κράτη μέλη στο μέλλον. Όταν συγκεκριμένα θα έχουν διαμορφωθεί εκείνες οι συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, στο έδαφος του δημοσιονομικού χώρου που θα έχει εν τω μεταξύ διαμορφωθεί ελλείψει των ασφυκτικών περιοριστικών πολιτικών που επιβάλλει η εξυπηρέτηση του χρέους.

Η πρόταση των τριών οικονομολόγων του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί παραλλαγή του σχεδίου PADRE που διατυπώθηκε τον Ιανουάριο του 2014. Συγγραφείς του ήταν οι οικονομολόγοι Pierre Paris και Charles Wyplosz, οι οποίοι αναζήτησαν μια Πολιτικά Αποδεκτή Αναδιάρθρωση του Χρέους της Ευρωζώνης (Politically Acceptable Debt Restucturing in the Eurozone)∙ εξ ου και το ακρωνύμιο. Στο βασικό της σενάριο προέβλεπε να αναλάβει η ΕΚΤ την αναδιάρθρωση του 50% του χρέους της ευρωζώνης, με βάση την συμμετοχή κάθε κράτους μέλους στο μετοχικό κεφάλαιο της. Ο συντηρητικός της χαρακτήρας δηλωνόταν από την αποδοχή της λιτότητας και την πρόταση των συγγραφέων να γίνει ακόμη πιο δεσμευτικό το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ώστε να εκλείψει κι η τελευταία οδός διαφυγής από τη λιτότητα από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης.

Η πρόταση των Σωτηρόπουλου – Μηλιού – Λαπατσιώρα παρότι όχι μόνο ρητά απορρίπτει την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας, αλλά χαρακτηρίζεται κι ως μέσο αναίρεσης της λιτότητας, για πάντα μάλιστα, είναι μια πρόταση κενή περιεχομένου και συντηρητική για πέντε τουλάχιστον λόγους.

Πρώτο, επειδή αντιμετωπίζει την ΕΚΤ ως ένα ουδέτερο παράγοντα στην κρίση, παραγνωρίζοντας έτσι ότι η ευρωζώνη, δηλαδή το κοινό νόμισμα, φέρει σημαντική ευθύνη για την όξυνση της κρίσης, ενώ κι η ΕΚΤ λειτούργησε σαν ενορχηστρωτής των καταστρεπτικών για την κοινωνική πλειοψηφία πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν στο έδαφος της κρίσης, σε πλήρη αρμονία μάλιστα με το καταστατικό της. Από πού κι ως πού τώρα να αναλάβει τον διευκολυντικό, εξομαλυντικό ρόλο που της αναθέτουν;

Δεύτερο, επειδή υποτιμάται η αντίδραση που θα εμφανιστεί από την ΕΕ κι όχι μόνο απ’ όσους σήμερα αρνούνται την έγκριση των  προγραμμάτων νομισματικής χαλάρωσης, τους Ταλιμπάν δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού. ΕΕ και ΕΚΤ επικαλούμενοι για παράδειγμα το σημαντικό κόστος ύψους 1,36 τρις. ευρώ με κανέναν τρόπο δεν θα δεχτούν να θυσιάσουν ένα εργαλείο, την κρίση χρέους, χάρη στο οποίο πέτυχαν την μεγαλύτερη κοινωνική οπισθοδρόμηση ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου.

Τρίτο, επειδή η επίκληση των ζημιών των ασφαλιστικών ταμείων και της ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, σε περίπτωση διαγραφής του χρέους, σιωπηρά αλλά σαφώς υιοθετεί την επιχειρηματολογία της Μέρκελ, εξαφανίζοντας την ανάγκη ανάδειξης αυτών που ωφελήθηκαν από την μεταφορά του χρέους στον επίσημο τομέα: των γερμανο-γαλλικών τραπεζών, οι οποίες μέχρι τις 31.12.2009 διατηρούσαν ελληνικά ομόλογα ύψους 122,9 δισ. ευρώ. Επομένως καμία ανάγκη επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών δεν υφίσταται. Πολύ περισσότερο αν το αίτημα της εθνικοποίησής τους παραμένει επίκαιρο…

Τέταρτο, επειδή παραβλέπει το προφίλ του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών και δη όσων δανειοδοτήθηκαν από τον μηχανισμό από το 2010 μέχρι σήμερα (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος), που το χρέος τους κατά κύριο λόγο δεν είναι ομολογιακό. Η ανάληψή του επομένως από την ΕΚΤ  ή η μετατροπή του εκ νέου σε ομολογιακό, βάσει της πρότασης των Θέσεων και του PADRE προσκρούει επιπλέον σε τεχνικά εμπόδια. Το σχέδιο επομένως ούτε τεχνικά, εκεί που πρωτίστως αναζητά τη δικαίωση, είναι ολοκληρωμένο και συνεκτικό.

Τέλος, επειδή καταλήγει στην πληρωμή του χρέους, έστω μετά το 2020 ή όταν θα το επιτρέψουν οι συνθήκες. Το μορατόριουμ των πληρωμών δεν καταλήγει στην διαγραφή του δημοσίου χρέους, όπως έχουν φτάσει να ζητούν ακόμη και εργατικές ομοσπονδίες (πχ ΟΛΜΕ) δείχνοντας πόσο έχει ριζώσει πλέον το αίτημα σε πρωτοπόρους αγωνιστές, αλλά στην πληρωμή του. Έτσι, η παραλλαγή του σχεδίου PADRE το μόνο που καταλήγει να διαγράψει, σηματοδοτώντας την υποταγή στους αρνητικούς συσχετισμούς και τα αστικά συμφέροντα, είναι το αίτημα της διαγραφής του δημοσίου χρέους…

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Τι καταλαβαίνει και τι όχι η ΕΕ


Όσο πλησιάζει η εκλογή Προέδρου και οι πολύ πιθανές κοινοβουλευτικές εκλογές, τόσο θα διογκώνεται η κατατρομοκράτηση του ελληνικού λαού από την συγκυβέρνηση. Το εκβιαστικό δίλημμα 'Σαμαράς/Βενιζέλος ή δραχμή' προβλέπεται να γνωρίσει νέες δόξες. Η προστασία της 'ευρωπαϊκής προοπτικής' της Ελλάδας έχει, βλέπετε, αναληφθεί εργολαβικά από το δίδυμο που σώζει τόσον καιρό τη χώρα.

Για όσους, λοιπόν, ενδιαφέρονται πραγματικά να δουν τι συζητιέται σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με την οικονομική πολιτική της ΕΕ, ορίστε μια μικρή γεύση από ένα σεμινάριο που έγινε στις Βρυξέλλες την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου.

Οι ομιλητές, παρά τις διαφορές τους, ουσιαστικά συμφώνησαν ότι η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εν μέρει και λόγω της ασφυκτικής δημοσιονομικής πολιτικής που έχει επιβάλλει η Γερμανία. Πολύ διαφορετική ήταν η στάση της πλειονότητας των παρόντων Ευρωβουλευτών και Ευρωκρατών, οι οποίοι φάνηκε να πιστεύουν ότι η λιτότητα είναι η ορθή πολιτική που έσωσε το ευρώ και την Ένωση.

Δύο είναι τα προφανή συμπεράσματα. Πρώτον, ένας μηχανισμός που εθελοτυφλεί τόσο αμέριμνα δεν πρόκειται να μακροημερεύσει. Η ρήξη θα είναι ξαφνική και απρόβλεπτη. Δεύτερον, όσοι πιστεύουν ότι θα αντιστρέψουν την κατάσταση επειδή θα 'αλλάξουν τους συσχετισμούς' κερδίζοντας τις εκλογές στην Ελλάδα, χρήσιμο θα ήταν να το ξανασκεφτούν.


Τα κείμενα είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση

http://www.europarl.europa.eu/committees/en/econ/events.html?id=workshops#menuzone  



Events

Mode d'affichage des résultats
Workshops Workshops are organised by the policy departments and administered in accordance with the Financial Regulation. They are not necessarily held in public but may be held during a Committee meeting.

Workshops enable Members to put questions to and exchange views with experts on subjects associated with parliamentary business or subjects of current interest.
ECON
Economic and Monetary Affairs
10-12-2014
Workshop on experiences with the current economic governance framework
  • common.download.documentProgramme
  • common.download.documentPoster
Contributions
  • common.download.documentX.Ragot, Observatoire Francais des Econonctures Economiques, OFCE
  • common.download.documentG.Saint-Paul, Paris School of Economics
  • common.download.documentG.Schnabl, Leipzig University
  • common.download.documentCh,Wyplosz, The Graduate Institute
  • common.download.documentD.Gros, Centre for European Policy Studies, CEPS
  • common.download.documentC.Lapavitsas, SOAS, University of London

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Επιτέλους και ο Κρούγκμαν ...


Στους Νιου Γιορκ Τάιμς της 30ης Νοεμβρίου ο Πολ Κρούγκμαν δημοσίευσε δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενα περί 'Κακών Ευρωπαίων' και περί της Άκραίας Περίπτωσης στην Ευρώπη'. Με δυό λόγια, ούτε η Γαλλία, ούτε η Ιταλία, ούτε η Ισπανία, ούτε ακόμη και η κακόμοιρη Ελλάδα, είναι οι 'Κακοί Ευρωπαίοι'. Η πηγή του προβλήματος στην Ευρωζώνη, η 'Ακραία Περίπτωση', είναι η Γερμανία. 

Για ποιό λόγο; 

Διότι ο γερμανικός πληθωρισμός, όπως αυτός προσεγγίζεται με το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας, ήταν συστηματικά κάτω από τον πληθωρισμό την Γαλλίας και της Ιταλίας, όπως δείχνει και ο πίνακας του Κρούγκμαν: 




Όχι μόνο αυτό όμως. Ο γερμανικός πληθωρισμός ήταν και συστηματικά κάτω του στόχου της ΕΚΤ για πληθωρισμό στο 2% ετησίως. Η Γαλλία και η Ιταλία, από την άλλη, πέτυχαν το στόχο με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Το αποτέλεσμα της γερμανικής παρασπονδίας (προς τα κάτω) ήταν η συστηματική συσσώρευση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος για τη Γερμανία εντός της Ευρωζώνης, εφόσον δε μπορούσε να υπάρξει υποτίμηση. Άρα εμφανίστηκαν τεράστια γερμανικά πλεονάσματα και εξαγωγή ύφεσης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτή είναι η πηγή του προβλήματος της ΟΝΕ, όπως ο Κρούγκμαν μας λέει ότι τώρα συνειδητοποίησε.

Πως να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να χαμογελάσει; 

Η πρώτη μελέτη του RMF στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 2010 έδειχνε ακριβώς ότι η Γερμανία είναι η πηγή του προβλήματος γιατί κρατάει τους ονομαστικούς μισθούς χαμηλά και 'φτωχαίνει τους γείτονές της' εντός της Ευρωζώνης. Στη μελέτη που έκανα με τον Χάινερ Φλάσμπεκ το 2013 για λογαριασμό του Ινστιτούτου Ρόζα Λούξεμπουργκ αναπτύξαμε πλήρως το επιχείρημα και καταδείξαμε ότι το πρόβλημα έχει μετατοπιστεί στο κέντρο της Ευρωζώνης, αφού οι μισθοί στην περιφέρεια έχουν συντριβεί. 

Ο πίνακας που παραθέτω είναι από τη μελέτη εκείνη και αρχικά αναρτήθηκε στο μπλογκ μου στις 10 Μαρτίου του 2014 με τίτλο 'Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης'. Δείχνει παραστατικά το πρόβλημα: η Γερμανία συνεχίζει να κρατάει χαμηλά τους μισθούς - πολύ κάτω του στόχου του 2% της ΕΚΤ - η Ελλάδα και η Ισπανία έχουν συντριβεί (και οι μισθοί τους θα μείνουν χαμηλά μέσα στην Ευρωζώνη), αλλά οι γαλλικοί και ιταλικοί μισθοί δεν έχουν πέσει, αφού παραμένουν κοντά στο στόχο. Το ανταγωνιστικό κενό με την Γερμανία διευρύνεται και οι δύο αυτές οικονομίες πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ ΜΟΝΑΔΙΑΙΟ ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ



Ο Κρούγκμαν συνειδητοποιεί φυσικά ότι η επιβολή περαιτέρω λιτότητας στη Γαλλία και την Ιταλία - όπως βλακωδώς επιμένει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή - είναι συνταγή απόλυτης καταστροφής που στρέφεται κατά του θύματος και όχι του θύτη. Προτείνει διστακτικά μια επιθετική νομισματική πολιτική που ίσως αυξήσει των πληθωρισμό στη Γερμανία (που; πως; από ποιόν;), αλλά συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται να το επιτρέψει η Γερμανία. Και παραδίδει τα όπλα μπροστά στην 'καταστροφική δύναμη των κακών ιδεών'.

Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά οι 'κακές ιδέες' περί λιτότητας, όπως δυστυχώς πολλοί πιστεύουν ακόμη και στην Αριστερά στην χώρα μας. Η ΕΕ αναμφίβολα πάσχει από επιδημία νεοφιλελευθερισμού, αλλά αν το ζήτημα ήταν απλώς οι ιδέες, θα αρκούσε ίσως μια σειρά σεμιναρίων στην κ. Μέρκελ. Ούτε βέβαια φταίει η απουσία 'πραγματικής' κεντρικής τράπεζας, ή ενός ενιαίου κράτους στην ΕΕ. Είναι αληθές ότι πρόκειται περί σοβαρών αδυναμιών, αλλά το πρόβλημα της νομισματικής ένωσης είναι βαθύτερο, όπως σωστά ισχυρίζεται τώρα και ο Κρούγκμαν.

Ένα πρόβλημα τέτοιου μεγέθους είναι στη βάση του ταξικό, όπως μας δίδαξε ο Καρλ Μαρξ πριν πολλά χρόνια. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες είναι απολύτως κερδισμένοι από την πολιτική μισθών στη Γερμανία. Κρατώντας τους μισθούς χαμηλά έχουν μετατρέψει τη Γερμανία σε μια τεράστια εξαγωγική μηχανή (50% του ΑΕΠ είναι εξαγωγές) που κυριαρχεί στην (ουσιαστικά εγχώρια) αγορά της Ευρωζώνης. Δεδομένου δε ότι η Γερμανία είναι ο κύριος δανειστής στην ΕΕ, η πολιτική ισχύς της είναι πλέον γιγαντιαία.

Δεν υπάρχει το παραμικρό ενδιαφέρον από πλευράς γερμανικού κεφαλαίου για να αλλάξει η κατάσταση. Απεναντίας. Η γερμανική πολιτική μετά το 2010 έχει κάνει την ΟΝΕ ακόμη σκληρότερη. Αντί να πιέζεται σήμερα η Γερμανία, ασκείται πίεση στη Γαλλία και την Ιταλία να ακολουθήσουν μια καταστροφική πολιτική.

Παρ' όλα αυτά, η διαπίστωση που τελικά έκανε και ο Κρούγκμαν έχει την αξία της, τουλάχιστον για τη χώρα μας. Η άτεγκτη στάση της Γερμανίας και της Τρόικα, ο εξευτελισμός της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, δεν είναι αποτέλεσμα ιδεολογικής εμμονής, αλλά πηγάζει από σκληρά συμφέροντα που είναι σύμφυτα με την ΟΝΕ. Δεν πρόκειται η Γερμανία να υποχωρήσει στο θέμα του χρέους και της λιτότητας, όταν γνωρίζει ότι θα πάρει σειρά η υπόλοιπη περιφέρεια και το κέντρο, τινάζοντας στον αέρα ένα σύστημα που ευνοεί τα γερμανικά συμφέροντα.

Δεν υπάρχει όμως λόγος να συζητάμε άλλο για την καταρρέουσα κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Το ζητούμενο είναι να αντιληφθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, έστω και την ύστατη ώρα, ότι το πρόβλημα δεν είναι η περιβόητη κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, αλλά η ίδια η φύση της ΟΝΕ. Τα προβλήματα που έχουν ταξική ρίζα δυστυχώς δε λύνονται με 'σκληρές διαπραγματεύσεις'. Ακόμη και τα άρθρα του Κρούγκμαν δείχνουν ότι έρχεται αναπόφευκτη σύγκρουση που απαιτεί ουσιαστική προετοιμασία.