Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Παγκόσμια οικονομία: Προς γενικευμένη αστάθεια



Η πρόσφατη αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατέδειξε την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης που βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής. Στο άρθρο αυτό αναλύεται σύντομα η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και εντοπίζονται οι πιθανές αιτίες της επόμενης κρίσης.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη εβδομάδα, θα αναλυθούν σε νέο άρθρο τις επόμενες μέρες.


Που βαδίζει η παγκόσμια οικονομία; 

Η παγκόσμια αναταραχή έχει τις ρίζες της στη δομική κρίση του 2007-9, η οποία αντιμετωπίστηκε με κρατική παρέμβαση, χωρίς όμως να επέλθει και οριστική επίλυση των προβλημάτων που τη γέννησαν.  Το κράτος παρενέβη κυρίως με άφθονη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες – με πρώτη την αμερικανική Φεντ – αλλά και με ενέσεις κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Προς το τέλος του 2009 οι αγορές είχαν σταθεροποιηθεί, αλλά κίνδυνος παρέμενε τόσο έντονος ώστε η αμερικανική κυβέρνηση -  στην οποία φυσιολογικά έπεσε ο κλήρος να κρατήσει την παγκόσμια οικονομία όρθια - αναγκάστηκε να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας σε τεράστιες ποσότητες, κρατώντας παράλληλα τα δημόσια επιτόκια συνεχώς κοντά στο 0%.

Το Μάιο του 2013 η Φεντ έκανε την πρώτη δειλή ανακοίνωση ότι σταδιακά θα περιορίσει τη ρευστότητα και άρα κάποια στιγμή τα επιτόκια θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά. Στους δεκαοκτώ μήνες που πέρασαν από τότε αυξήθηκε βαθμιαία η ένταση στις αγορές, αλλά παράλληλα συνεχίστηκε η κερδοσκοπική αξιοποίηση της φθηνής ρευστότητας. Φάνηκε δηλαδή για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά είναι η παθογένεια και το αδιέξοδο του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού της εποχής μας. Η αναταραχή της προηγούμενης εβδομάδας έδωσε τα πρώτα σημάδια της επόμενης κρίσης που πιθανόν να αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία και η οποία έχει δύο βασικές αιτίες.

Η πρώτη είναι ότι στα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά, η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας – ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία – δεν έχει δείξει απολύτως κανέναν αναπτυξιακό δυναμισμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου ανέκαμψε, καθώς οι πραγματικοί μισθοί δέχτηκαν εντονότατες πιέσεις προς τα κάτω, αλλά ο πυρήνας του ώριμου καπιταλισμού παρέμεινε ουσιαστικά σε στασιμότητα. Ακόμη και οι πλέον βαρύγδουποι εκφραστές της επίσημης οικονομικής σκέψης στις ΗΠΑ άρχισαν να μιλούν για μια ‘νέα κανονικότητα’ που θα είναι η έλλειψη ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά της θα είναι φυσικά η αδυναμία της απασχόλησης, τα χαμηλά εισοδήματα, η συνεχιζόμενη φθορά των βασικών υποδομών, η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και η διευρυνόμενη ανισότητα. Η ροπή προς τη στασιμότητα βρίσκεται πίσω και από την τάση αποπληθωρισμού – που παίρνει ήδη τη μορφή πτώσης των τιμών – εξέλιξη που έχει ιστορικά αποδειχθεί καταστρεπτική για την καπιταλιστική οικονομία. Αν προσθέσουμε και τον πολιτικό αυταρχισμό που γίνεται ολοένα και εντονότερος, η εικόνα η οποία αναδύεται είναι τρομακτική.

Η μόνη πηγή δυναμισμού στην παγκόσμια οικονομία κατά το διάστημα αυτό ήταν οι αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως η Κίνα, όπου η ανάπτυξη συνέχισε να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς. Η Κίνα λειτούργησε και ως μεγάλη αγορά για τα προϊόντα μιας σειράς αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Βραζιλία και χώρες της Αφρικής. Όμως, η υποχώρηση του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης από το 10,5% το 2010 στο 7,5% το 2014 και ίσως στο 7% του 2015 σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή: οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες υποχώρησαν έντονα το 2013-14 και αν το επόμενο διάστημα παρουσιάσουν στασιμότητα και οι αναπτυσσόμενες χώρες, τότε η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να οδηγείται σε ένα τέλμα χωρίς προηγούμενο.     

Η δεύτερη αιτία είναι ότι τα πέντε αυτά χρόνια από το 2009 και μετά η χρηματιστικοποίηση συνεχίστηκε και εντάθηκε απορροφώντας πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κυριότερος μοχλός χρηματιστικοποίησης ήταν η παροχή άφθονης κρατικής ρευστότητας, η οποία ξεπέρασε τα $7τρις σε ολόκληρο τον κόσμο υπό την καθοδήγηση της Φεντ, της οποίας ο ισολογισμός έφτασε αισίως τα $4,5τρις. Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες απορρόφησαν τις διατραπεζικές αγορές και αφαίρεσαν το παραδοσιακό περιεχόμενο από τις εμπορικές διατραπεζικές πράξεις ρευστότητας. Για τις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές εταιρείες η πηγή ρευστότητας έγινε μία, αστείρευτη και πάμφθηνη: η κεντρική τράπεζα βασισμένη στη δημόσια πίστη.

Το αποτέλεσμα ήταν, αφ’ ενός, να συσσωρευτούν τεράστια ποσά ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν κατέληγαν στην πραγματική οικονομία, η οποία δεν έδειχνε κανέναν δυναμισμό. Τα ποσά αυτά, αφ’ ετέρου, ενίσχυσαν την αφανή πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις λεγόμενες ‘σκιώδεις’ τράπεζες που είναι ισχυρότατες στις ΗΠΑ, αλλά και πλήθος από χετζ φαντς και άλλους ‘επενδυτές’ τέτοιου τύπου. Το φθηνό κρατικό χρήμα και τα χαμηλά επιτόκια ώθησαν τον συρφετό αυτόν σε αναζήτηση υψηλών αποδόσεων παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες που φαίνονταν να έχουν κάποιον δυναμισμό. Η εισροή κεφαλαίων επέτεινε τη χρηματιστικοποίηση των αναπτυσσομένων χωρών δημιουργώντας φαινόμενα υπερεπέκτασης του δανεισμού σε πολλές απ’ αυτές. Η πρόσφατη Μελέτη της Γενεύης για το 2014 δείχνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος των μη-χρηματοπιστωτικών εταιρειών διογκώθηκε από περίπου 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 215% το 2013.

Ο συνδυασμός προϊούσας στασιμότητας και διευρυνόμενου χρέους είναι δυνάμει εκρηκτικός και αποτελεί την κύρια πηγή κρίσης για την παγκόσμια οικονομία

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη η εμφάνιση τάσεων ανταγωνισμού στις διεθνείς ισοτιμίες. Τα χρόνια μετά την κρίση οι κεντρικές ισοτιμίες της παγκόσμιας αγοράς παρέμειναν σχετικά σταθερές, πράγμα που συνέβαλε στη σταθεροποίηση του συστήματος συνολικότερα. Από το 2013 όμως το ιαπωνικό γεν υποχωρεί συστηματικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Άμπε έχει διακηρυγμένη πολιτική ανόδου το πληθωρισμού σε μια προσπάθεια τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Το ευρώ επίσης παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης εδώ και μήνες καθώς υπάρχει η προσδοκία από πλευράς χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα υιοθετήσει νομισματική χαλάρωση. Κανείς δε γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί με το κινεζικό γουάν το επόμενο διάστημα καθώς η χρήση του γίνεται ολοένα και ευρύτερη. Αν υπάρξει περίοδος πολέμου στις ισοτιμίες τα πράγματα θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολα για μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει δυναμισμό.

Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σταδιακά έχουν γίνει εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διακηρυγμένη απόφαση της Φεντ να περιορίσει τη δημόσια ρευστότητα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα αποκαλυφθεί εάν και όταν οι δραστηριότητες των ‘σκιωδών’ επενδυτών έρθουν στο φως. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι οι διατραπεζικές αγορές έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να γενούν ρευστότητα, αφού τόσον καιρό στηρίζονται στην κρατική. Στο κλίμα αυτό ήταν αρκετές ορισμένες προβληματικές ειδήσεις για την πορεία των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας για να γενικευτεί η αστάθεια την προηγούμενη εβδομάδα, να επέλθει ραγδαία υποχώρηση των χρηματιστηρίων, να εκτοξευτεί η ‘μεταβλητότητα’ των αποδόσεων και να εξαπλωθεί φόβος.



Η επίμονη κρίση της Ευρωζώνης

Την πρωτοκαθεδρία στην αστάθεια είχε φυσικά η Ευρωζώνη, η οποία πλήττεται από την αποτυχία της νομισματικής ένωσης. Η κρίση της ΟΝΕ το 2010-12 αντιμετωπίστηκε μεταφέροντας το κόστος εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια, επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα και μειώνοντας το εργατικό κόστος. Τα δημοσιονομικά της περιφέρειας σταθεροποιήθηκαν με τεράστιο κόστος, καθώς η λιτότητα προκάλεσε βαθύτατη ύφεση και χειροτέρεψε το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ. Παράλληλα, κάτω από γερμανική πίεση η ΟΝΕ έγινε ακόμη πιο σκληρή στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση η προοπτική ‘αμοιβαιοποίησης’ του δημόσιου χρέους. Η νομισματική ένωση έχει εξελιχθεί σε μια μέγγενη που φέρνει ασφυξία σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το τραγικό ήταν ότι η καταστροφή της περιφέρειας δεν έφερε τη λύση, παρά τα όσα φαντάζονταν τα σοφά μυαλά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, γιατί η δομική δυσλειτουργία της Ευρωζώνης δεν προήλθε από τα προβληματικά δημόσια οικονομικά της περιφέρειας, αλλά από τη δεκαπενταετή καθήλωση των ονομαστικών μισθών στη Γερμανία.  Οι καθηλωμένοι μισθοί έδωσαν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο γερμανικό κεφάλαιο μέσα στην Ευρωζώνη, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης για τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Η Γερμανία σημείωσε ένα τεράστιο άλμα στο λόγο των εξαγωγών προς το ΑΕΠ: το 2013 έφτασε το 51%, ενώ της Κίνας ήταν μόλις 26%. Την ίδια χρονιά το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν $274δις - το μεγαλύτερο στον κόσμο - ενώ της Κίνας ήταν $183δις.

Ταυτόχρονα, η οικονομία της Γερμανίας είναι επισφαλής ακριβώς διότι η εμπορική της κυριαρχία στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς και όχι στις επενδύσεις, ή στην άνοδο της παραγωγικότητας. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει εξαιρετικά ασθενής και η μόνη πηγή ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές, για τις οποίες δεν υπάρχει φυσικά καμία βεβαιότητα. Κυριαρχώντας στην Ευρωζώνη η Γερμανία έχει μεταβληθεί σε νεομερκαντιλιστικό φρούριο που απορροφά ζήτηση από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη στασιμότητα. Πραγματικά πρόκειται για μια πολιτική που οδηγεί στη χρεοκοπία του γείτονα, αφού πρώτα φέρει φτώχεια στον εγχώριο πληθυσμό.

Το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά κανένα κίνητρο να αλλάξουν την πολιτική αυτή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η γερμανική πολιτική δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη Γαλλία και την Ιταλία, οικονομίες που πλέον έχουν μεγάλο ανταγωνιστικό έλλειμμα και πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία οδεύει προς την ύφεση το 2014-15, καθώς η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ αδύναμη. Εν ολίγοις, η κρίση της Ευρωζώνης έχει μετατραπεί σε σιγανή φωτιά που κατατρώει τις χώρες του πυρήνα. 

Αξίζει να τονιστεί ότι, όσοι νομίζουν πως η λύση για την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί με γαλλικό ή ιταλικό "αντάρτικο κατά της λιτότητας",  καθώς για παράδειγμα η Γαλλία αρνήθηκε να φέρει το έλλειμμα της στο 3% του ΑΕΠ έως το 2015 αλλά θα το κάνει έως το 2017, απλώς δεν έχουν κατανοήσει τη φύση του προβλήματος. Λύση θα επέλθει μόνο αν η Γερμανία αλλάξει πολιτική μισθών και δημοσιονομικής ισορροπίας απαλείφοντας έτσι το δομικό κενό ανταγωνιστικότητας μέσα στην ΟΝΕ. Είναι προφανές ότι αυτό θα συμβεί μόνο μετά από βαθιά κοινωνική αλλαγή στη Γερμανία. Για την ώρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είναι εφικτή.

Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που η διάχυτη ένταση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές εκδηλώθηκε με έντονη δυσπιστία προς την Ευρωζώνη. Ειδικά την προηγούμενη εβδομάδα η μεταβλητότητα των ισπανικών και ιταλικών αποδόσεων στα ομόλογα εκτοξεύτηκε και οι τιμές μετοχών σημείωσαν κάθετη πτώση. Ταυτόχρονα σημειώθηκε στροφή των χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα γερμανικά ομόλογα (αλλά και τα γαλλικά για τα οποία υπάρχει η αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά) ως καταφύγιο ασφαλείας. Δεν υπήρξε βέβαια επιστροφή στις μέρες του 2010-12,  αλλά έγινε φανερό ότι η Ευρωζώνη παραμένει η κύρια περιοχή αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Την τιμητική της είχε και πάλι η Ελλάδα.



Δύσκολες επιλογές

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν με ενάργεια το πνιγηρό αδιέξοδο που πλέον αντιμετωπίζει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της εποχής μας. Είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αυτό που συνέβη ήταν απλώς ένας σπασμός που αποκάλυψε τη φύση της παγκόσμιας αστάθειας. Ακόμη και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων, τα οποία έφτασαν το 9%, δεν είχε καμία σχέση με το 2010-12 όταν τα επιτόκια ξεπερνούσαν το 30%. Η κατάσταση πιθανώς θα σταθεροποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα κυρίως γιατί οι κεντρικές τράπεζες θα δράσουν καθησυχαστικά όσον αφορά τις επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων. Αλλά οι οιωνοί είναι σαφείς: οι πιέσεις εντός της παγκόσμιας οικονομίας πλησιάζουν το σημείο έκρηξης, η προοπτική χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πραγματική και η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρό της.

Στο πλαίσιο αυτό τα περιθώρια παρέμβασης του αμερικανικού δημοσίου είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της, καθώς ο ισολογισμός της Φεντ έχει ήδη γιγαντωθεί, ενώ τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια για πέντε χρόνια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Σε περίπτωση κρίσης είναι πιθανό ότι θα τεθεί ευθέως θέμα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικευμένης κρατικής παρέμβασης στις υποδομές και στην παραγωγή. Είναι επίσης πιθανό ότι θα τεθεί ξανά θέμα δομικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέτοιες δράσεις θα φέρουν αναπόφευκτα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις θέτοντας σε αμφισβήτηση την πορεία της χρηματιστικοποίησης και άρα η υιοθέτησή τους δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση.  

Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από τεχνικής πλευράς, τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΚΤ είναι τεράστια κυρίως γιατί ο κ. Ντράγκι, παρά τα όσα πιστεύονται, έχει σημαντικά περιορίσει την παροχή ρευστότητας από το 2012 και μετά, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται με όλο και λιγότερη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα. Η σταθεροποίηση που επέφερε ο κ. Ντράγκι με το περίφημο "θα κάνω ό,τι χρειαστεί" του 2012 οφειλόταν καθαρά στην απειλή που εμπεριείχε για τους κερδοσκόπους. Η ΕΚΤ μπορεί δυνάμει να αγοράσει πολύ μεγάλες ποσότητες ομολόγων, αλλά η δράση της περιορίζεται από το καταστατικό της, το οποίο και αντανακλά τη βασική λογική της ΟΝΕ. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν παρέμβει μαζικά στις δευτερογενείς αγορές ο κ. Ντράγκι, όπως δεσμεύτηκε ότι θα κάνει μετά το 2012, αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για τέτοια παρέμβαση, θα πρέπει να "αποστειρώσει" τις δράσεις του απορροφώντας άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Η προοπτική δε ότι θα παρέμβει εκτενώς στις πρωτογενείς αγορές σε μια προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας (ποσοτικής χαλάρωσης) αντίστοιχης της Φεντ, ελάχιστα πείθει δεδομένης της απόλυτα αρνητικής στάσης της Γερμανίας. Αλλά και αυτό αν γίνει, το θεμελιώδες πρόβλημα της ΟΝΕ δεν θα έχει λυθεί, όπως ήδη αναλύθηκε παραπάνω.

Αξίζει να τονιστεί ότι όσοι (κυρίως στην Αριστερά, αλλά και στο Κέντρο και στη Δεξιά) νομίζουν ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτή η "αδήριτη ανάγκη" της νομισματικής επέκτασης από πλευράς ΕΚΤ και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν εκτιμούν ορθά τη φύση της ΟΝΕ. Η υποτιθέμενη "ανάγκη" μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί που θέτει η ΟΝΕ απαγορεύοντας την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από άλλη. Το ευρώ δεν είναι ένας απλός μανδύας πάνω στο σώμα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως πολλοί αρέσκονται να πιστεύουν, αλλά ένας πραγματικός περιορισμός για τα κράτη-μέλη. Η δε ΟΝΕ είναι μια διακρατική συμφωνία 17 ανεξάρτητων κρατών και όχι ένα βήμα προς το σχηματισμό ενιαίου "ευρωπαϊκού" κράτους. Είναι πιθανότερο η ΟΝΕ να διαρραγεί παρά να υπάρξει γενικευμένη νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση που θα επέβαλλε στη Γερμανία να επωμισθεί το κόστος των αποφάσεων άλλων χωρών.

Τις συνέπειες για τη χώρα που μας ενδιαφέρουν άμεσα, ιδιαίτερα σε μία στιγμή που φαίνεται  να οδεύει προς μεγάλη πολιτική αλλαγή, θα τις εξετάσουμε τις επόμενες μέρες.




Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή 12.10.2014


Ο Κώστας Λαπαβίτσας σε μία εφ΄όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή μιλάει για το χρέος, την επαναφορά του κατώτατου μισθού, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, τον κίνδυνο ανάδυσης οικονομικών εθνικισμών, την κατάσταση στην Ευρώπη και τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα της Γαλλίας.


ΠΟΛΙΤΙΚΗ / ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κώστας Λαπαβίτσας: Η ΟΝΕ δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί


Συνέντευξη στον Χρήστο Σίμο

"Η βαθιά διαγραφή χρέους είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με τους δανειστές και τους εταίρους", τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην "Αυγή" της Κυριακής, ο Κ. Λαπαβίτσας σχολιάζει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και αναλύει την κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση."

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Παρουσίαση μελέτης - Δελτίο Τύπου



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Αθήνα 02.11.2014
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΕΝΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ 


“Οφείλουμε όλοι να συμβάλλουμε στο δημόσιο διάλογο μπροστά στη μεγάλη πολιτική και κοινωνική αλλαγή που διαφαίνεται και είναι απαραίτητη για τη χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ  μπορεί να αποτελέσει τον κύριο φορέα της αλλαγής, μέσα από μία ευρεία συμπαράταξη της Aριστεράς. Στην κατεύθυνση αυτή συμπαρατάσσομαι κι εγώ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Όπως γνωρίζετε και από τις παραδόσεις της Aριστεράς, συμπαράταξη δεν σημαίνει συμφωνούμε όλοι σε όλα. Έτσι αντιλαμβάνομαι την εκπόνηση και την παρουσίαση αυτής της μελέτης μου.”

Με αυτά τα λόγια ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας παρουσίασε τη μελέτη του, ΕΝΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ, στις δύο κατάμεστες αίθουσες της Στοάς του Βιβλίου, σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο εκδοτικός οίκος Λιβάνης.

Ο γνωστός οικονομολόγος μετά από μία σύντομη παρουσίαση της κατάστασης της Ευρωζώνης σήμερα, παρουσίασε προς συζήτηση μία συνολική στρατηγική πρόταση αλλαγής της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα με κύριους άξονες:

          τη διαγραφή του χρέους,
          τη δραστική άρση της λιτότητας,
          τη δημόσια παρέμβαση για την άμεση αντιμετώπιση της ανεργίας 
            και τη στήριξη όσων έχουν πληγεί βαριά από την κρίση,
          τη δημόσια ιδιοκτησία και τον έλεγχο των τραπεζών,
          την ανάπτυξη με επίκεντρο τη βιομηχανική πολιτική,
          την αλλαγή στις κρατικές δομές και τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας παρουσιάστηκαν μία επιλογή των αποτελεσμάτων της μελέτης* σχετικά με την πορεία του δημόσιου χρέους, το κόστος της λιτότητας και τη φορολογία. Έγινε επίσης εκτενής αναφορά στη σχέση της Ελλάδας με την ΟΝΕ και την ΕΕ. Η παρουσίαση ολοκληρώθηκε με μία σύντομη αναφορά στα διλήμματα της Γαλλίας σήμερα και στη μελλοντική πορεία της Ευρωζώνης.

Την παρουσίαση ακολούθησε εκτενής συζήτηση με καίριες ερωτήσεις των παρευρισκομένων, που συντόνισε ο Ηλίας Λιβάνης.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνης, Δ. Στρατούλης, Λ. Αμανατίδου, Δ. Τσουκαλάς, Α. Μητρόπουλος, πλήθος στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όπως οι Α. Νταβανέλλος και Γ. Τόλιος,  καθώς και πλήθος στελεχών της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και μέλη από συλλογικότητες πολιτών.


* ορισμένα διαγράμματα 







Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα για την Ελλάδα - Μελέτη



Το παρακάτω κείμενο είναι η περίληψη (executive summary) της νέας μελέτης του Κώστα Λαπαβίτσα η οποία επιδιώκει να δώσει ριζοσπαστικές απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που απασχολούν σήμερα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. 

Η μελέτη αναλύει ουσιώδη θέματα πολιτικής οικονομίας και δημοσιονομικής πολιτικής, εστιάζοντας στην Ελλάδα και εξετάζοντας ειδικότερα τη διαχείριση του χρέους, τη δημοσιονομική πολιτική, την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα, την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και τη διαμόρφωση μεσοπρόθεσμης πολιτικής ανάπτυξης. Περιγράφει βήμα προς βήμα, με εμπειρική τεκμηρίωση, μία ολοκληρωμένη διαδικασία εξόδου από την κρίση και μετάβασης προς μία ριζικά διαφορετική οικονομική δομή για τη χώρα. Παράλληλα, αναλύει τις δυνατότητες της διαπραγμάτευσης σε επίπεδο ευρωπαϊκής και εθνικής στρατηγικής και εξετάζει τις εκδοχές της συναινετικής και της συγκρουσιακής αποχώρησης από την ΟΝΕ. 
Τον πρόλογο της μελέτης έγραψε ο Στάθης Κουβελάκης.

Η μελέτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Λιβάνης" και θα παρουσιαστεί σε ειδική εκδήλωση που θα γίνει την Τετάρτη 1 Οκτωβρίου στη Στοά του Βιβλίου στις 7 το απόγευμα.




Σημειώση: στην περίληψη δεν περιλαμβάνονται οι πίνακες και τα διαγράμματα με τα οικονομικά στοιχεία, οι οποίοι βέβαια περιλαμβάνονται στην πολυσέλιδη μελέτη.



1.  Η ελληνική κρίση είναι μέρος της κρίσης της Ευρωζώνης που ξεκίνησε το 2010 ακολουθώντας την παγκόσμια κρίση του 2007-9. Η βασική αιτία της κρίσης της Ευρωζώνης είναι η απώλεια ανταγωνιστικότητας της περιφέρειας που προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική της Γερμανίας να κρατάει χαμηλά το δικό της ονομαστικό κόστος εργασίας. Το βάρος της προσαρμογής μεταβιβάστηκε αρχικά στην περιφέρεια, μέσω σκληρής λιτότητας και συντριβής των μισθών. Σταδιακά όμως μεταφέρθηκε και προς τις χώρες του κέντρου, ιδίως της Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες δε μπορούν να ανταγωνιστούν τη Γερμανία μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Οι επιλογές πολιτικής είναι εξαιρετικά δύσκολες και για τις δύο χώρες, καθώς η σκληρή λιτότητα οδηγεί σε βαθιά ύφεση και πολιτική αναταραχή. Το αδιέξοδο της ΟΝΕ είναι ιστορικών διαστάσεων.

2. Η κατάσταση της Ελλάδας μέσα στη συνεχιζόμενη κρίση είναι τραγική. Η βαθύτατη ύφεση οδεύει προς το τέλος της, αλλά η χώρα φαίνεται παγιδευμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με εξαιρετικά υψηλή ανεργία, χωρίς να κατέχει τα απαραίτητα εργαλεία οικονομικής πολιτικής. Οι χαμηλοί μισθοί σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των αγορών και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων είναι τελείως απίθανο να οδηγήσουν σε βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ελλάδα βουλιάζει κάτω από ένα τεράστιο χρέος και δεσμεύεται από μια σειρά συμφωνιών και θεσμικών μηχανισμών που καθορίζονται από την ΕΕ και την ΟΝΕ επιβάλλοντας λιτότητα ώστε να εξυπηρετείται το χρέος. Αυτό είναι το τίμημα για την παραμονή της χώρας στην ΟΝΕ και την αποδοχή των όρων «διάσωσης» το 2010.

3. Η Αριστερά είναι η κύρια ωφελημένη παράταξη από την ελληνική κρίση και η προοπτική μιας ριζοσπαστικής κυβέρνησης στην Ελλάδα φαντάζει πραγματική στο άμεσο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει ακόμη συντάξει ένα πειστικό και συνεκτικό πρόγραμμα για την οικονομία, την κοινωνία και το κράτος. Το πρόγραμμα που απαιτείται θα πρέπει να επιτύχει την επανεκκίνηση της οικονομίας και την ανακούφιση αυτών που έχουν χτυπηθεί σκληρά από την κρίση και να βάλει τη χώρα σε τροχιά κοινωνικής αλλαγής υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου.

4.Οι βασικές παράμετροι ενός ριζοσπαστικού προγράμματος περιλαμβάνουν:
Ι) Αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους ώστε να γίνει βιώσιμο. Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα απαιτήσει διαγραφή, κίνηση που πιθανότατα θα περιλαμβάνει μονομερείς ενέργειες, όπως η στάση πληρωμών. Είναι ύψιστης σημασίας η αναδιάρθρωση του χρέους να αντιμετωπιστεί με πλήρη διαφάνεια, πρώτο βήμα για την οποία θα είναι η ενεργοποίηση μίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Χρέους.

ΙΙ) Άρση της λιτότητας και αναπροσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο τη μείωση της ανεργίας. Ο κύριος μοχλός της ενίσχυσης της ζήτησης πρέπει να είναι οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και αλλού. Ωστόσο, η κοινωνική καταστροφή που προκλήθηκε από την κρίση είναι τόσο μεγάλη, ώστε η λήψη άμεσων μέτρων για την ενίσχυση της κατανάλωσης και της δημόσιας παροχής υγείας, στέγασης και σίτισης είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας.

ΙΙΙ) Αναπροσαρμογή των δημόσιων οικονομικών και εγκατάλειψη της επιδίωξης πλεονασματικών, ή ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι απολύτως νόμιμο εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Εάν τα ελλείμματα δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσω του εγχώριου δανεισμού, τότε πρέπει να είναι δυνατός ο εκχρηματισμός τους για σχετικά σύντομα χρονικά διαστήματα.

ΙV) Ο ελάχιστος μισθός θα πρέπει να αποκατασταθεί αμέσως και να αντιμετωπιστούν οι μειώσεις συντάξεων, ενώ η μελλοντική πορεία των εισοδημάτων και των συντάξεων θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την αύξηση της παραγωγικότητας. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπάρξει βαθιά αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου μέσω του φορολογικού συστήματος και της πολιτικής μισθών. Είναι απαραίτητη η αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους σε τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

V) Αλλαγή ισορροπίας στην οικονομία με ενίσχυση του παραγωγικού τομέα πέρα από τον τομέα των υπηρεσιών. Κύριο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να είναι η εγχώρια οικονομία, αλλά πρέπει επίσης να αλλάξει και η ισορροπία υπέρ των τομέων της οικονομίας που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά έναντι εκείνων που δεν παράγουν τέτοια αγαθά.

VΙ) Το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα πρέπει να τεθεί σε τελείως διαφορετική βάση. Απαιτείται εκτεταμένη ρυθμιστική παρέμβαση συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των κεφαλαιακών ροών. Θα πρέπει επίσης να υπάρξει δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Μια ριζοσπαστική κυβέρνηση θα πρέπει, τέλος, να θεσπίσει δημόσιες τράπεζες μακροχρόνιων επενδύσεων που θα στηρίξουν την οικονομική αναδιάρθρωση.  

VΙΙ)Είναι απαραίτητη η ενδελεχής αναδιάρθρωση του κράτους και της πολιτικής ζωής. Το κράτος θα πρέπει να ανακτήσει την ικανότητά του να παρεμβαίνει στη οικονομία, η οποία συρρικνώθηκε θλιβερά κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η κρατική παρέμβαση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη βιομηχανική πολιτική, τον έλεγχο των κεφαλαίων και των πιστώσεων και μια αποτελεσματική και δίκαιη φορολογική πολιτική. Η αναδιάρθρωση του κράτους αγγίζει ευθέως τα ζητήματα της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας. Η επιρροή του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στην πολιτική ζωή πρέπει να σπάσει και να θεσπιστούν μηχανισμοί για να διασφαλιστεί ο δημοκρατικός έλεγχος από τα κάτω. Έτσι θα είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί η εθνική κυριαρχία σε ολόκληρη την περιφέρεια.

VΙΙΙ) Δραστικές αλλαγές αυτής της μορφής θα οδηγήσουν σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την ΕΕ. Ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα υλοποιήσιμο από ευρείες πολιτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία της Αριστεράς δε μπορεί παρά να έρθει σε πλήρη αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ΕΕ όσον αφορά τη λειτουργία των αγορών, το ρόλο του κράτους, την επίτευξη της αποτελεσματικότητας και της ανταγωνιστικότητας και ούτω καθεξής. Επιπλέον, θα έρθει σε ευθεία αντίθεση με μια σειρά ευρωπαϊκών συνθηκών, όπως η Euro-Plus Pact, οι οποίες θέτουν τις οικονομικές πολιτικές των κρατών της Ευρωζώνης υπό την εποπτεία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

5. Εν ολίγοις, αυτό που θα έχει να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα και ενδεχομένως και σε άλλες περιφερειακές χώρες, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η «τριάδα του ανέφικτου». Δηλαδή: η επίτευξη μιας αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης του χρέους, η εγκατάλειψη της λιτότητας και η παραμονή της χώρας εντός του θεσμικού και πολιτικού πλαισίου της ΕΕ και ιδιαίτερα της ΟΝΕ. Ο πραγματικός στόχος θα πρέπει να είναι η επίτευξη της “τριάδας του εφικτού”, δηλαδή: βαθιά διαγραφή χρέους, αλλαγή οικονομικής πολιτικής με τρόπο δραστικό και  διαπραγμάτευση μιας νέας σχέσης με την ΕΕ και την ΟΝΕ. Η ριζοσπαστική κυβέρνηση δεν πρέπει να φοβηθεί την προοπτική εξόδου από την ΟΝΕ.

6. Εάν η έξοδος μπορεί να συμφωνηθεί σε μη-συγκρουσιακή βάση, υπάρχουν αρκετοί τεχνικοί τρόποι με τους οποίους η ΕΕ μπορεί να τη διευκολύνει. Η έξοδος είναι απόλυτα εφικτή, ιδιαίτερα αν η ΕΕ είναι έτοιμη να την υποστηρίξει. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν ξανά οι μηχανισμοί του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, που ήταν και το προηγούμενο σύστημα καθορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

7. Αν η ΕΕ αποδειχθεί άκαμπτα εχθρική στις διαπραγματεύσεις, μια Αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει να διαθέτει σχέδιο διαχείρισης μιας συγκρουσιακής εξόδου από την ΟΝΕ και δημιουργίας νέου νομίσματος. Το σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
α) Μέτρα ελέγχου της λειτουργίας των τραπεζών και της κίνησης κεφαλαίων.
β) Αναδιοργάνωση της Τράπεζας της Ελλάδας
γ) Μετατροπή του ισολογισμού των τραπεζών με εξυγίανση από τα προβληματικά δάνεια.
δ) Μετατροπή του ισολογισμού των επιχειρήσεων με δημόσια στήριξη για όσες έχουν χρέη υπό ξένο δίκαιο.
ε) Μετατροπή των καταθέσεων και των χρεών των νοικοκυριών, πιθανώς με χρήση διαφορετικών ισοτιμιών για τη στήριξη των φτωχότερων.
στ) Άμεση έκδοση κρατικών βραχυπρόθεσμων τίτλων για την εξυπηρέτηση της κυκλοφορίας και μέχρι οι τράπεζες να μπορούν να καλύπτουν φυσιολογικά τις ανάγκες σε ρευστότητα.
ζ) Λήψη μέτρων για την προστασία της διεθνούς ισοτιμίας του νέου νομίσματος. Η κατάσταση είναι σαφώς ευκολότερη από το 2010 γιατί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι κοντά στην ισορροπία.
η) Κάλυψη των άμεσων αναγκών σε τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα με ιεράρχηση των εισαγωγών κατά προτεραιότητα και με κινητοποίηση των εγχώριων παραγωγικών πόρων. Και πάλι η κατάσταση είναι πολύ ευκολότερη από το 2010 γιατί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι κοντά στην ισορροπία.

8. Η ιστορική αποτυχία της ΟΝΕ θέτει το ζήτημα της επιστροφής της Ευρώπης σε ένα σύστημα ελεγχόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα-άγκυρα, δηλαδή η Γερμανία, θα συμφωνήσει να τηρήσει σωστά το ρόλο της. Μια αλλαγή τέτοιου τύπου θα επέτρεπε την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, όταν αυτή θα ήταν απαραίτητη, χωρίς να καταφεύγει η χώρα σε μείωση των μισθών και επιβολή ύφεσης. Θα επέτρεπε επίσης τη διαχείριση του διεθνούς εμπορίου και των ροών κεφαλαίου στην Ευρώπη. Θα ήταν απαραίτητο να θεσπιστούν μόνιμοι έλεγχοι κίνησης κεφαλαίων, να δημιουργηθεί ένα δημόσιο τραπεζικό σύστημα το οποίο να μπορεί να αναστρέψει την αποτυχία των ιδιωτικών τραπεζών. Θα ήταν επίσης απαραίτητο να αντικατασταθεί η ΕΚΤ με ένα θεσμό ο οποίος θα μπορεί να λειτουργεί ως ταμείο διαχείρισης των διεθνών συναλλαγών της Ευρώπης εσωτερικά και εξωτερικά. Αυτές οι αλλαγές θα απαιτήσουν εκδημοκρατισμό στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Θα απαιτήσουν επίσης αναδιάρθρωση των τεράστιων όγκων του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους, τα οποία σήμερα επιβαρύνουν την Ευρώπη.