Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Μια πρώτη αποτίμηση των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ


Οι οικονομικές προτάσεις που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να θεωρηθούν ως προγραμματικές από ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία, δε συνιστούν όμως σε καμία περίπτωση οικονομικό πρόγραμμα. Μας δείχνουν περισσότερο πως σχεδιάζει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ αν σχηματίσει κυβέρνηση και για τον λόγο αυτόν απαιτούν προσεκτική ανάλυση.

Οι προτάσεις έχουν δύο σκέλη.

Το πρώτο είναι η διαπραγμάτευση για το χρέος και έχει έξι στόχους:

ι) Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους
ιι) Ρήτρα ανάπτυξης για το υπόλοιπο μέρος του
ιιι) Περίοδος χάριτος για την εξυπηρέτηση του
ιν) Εξαίρεση των δημόσιων επενδύσεων απο το Σύμφωνο Σταθερότητας
ν) Ευρωπαϊκό Νιού Ντιλ επενδυσεων χρηματοδοτημένο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
νι) Ποσοτική Χαλάρωση από τη ΕΚΤ

Αν εξαιρέσουμε τους δύο τελευταίους στόχους, που είναι τελείως δυσανάλογοι προς την ελληνική διαπραγματευτική ισχύ, οι υπόλοιποι τέσσερις είναι καίριοι, θεμιτοί και, θα προσέθετα, μετριοπαθείς. Θα μπορούσε, φερ’ ειπείν, να ζητηθεί η εξαίρεση και άλλων κατηγοριών δαπανών από το Σύμφωνο Σταθερότητας. Η ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα είναι πρωτοφανής για τη μεταπολεμική Ευρώπη, άρα δικαιολογεί πρωτοφανή μέτρα.

Καλά κάνει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ και στοχεύει στη μείωση του χρέους, κάτι που δεν είναι καθόλου ακραίο, αφού ακόμη και το ΔΝΤ συμφωνεί ότι η Ελλάδα χρειάζεται διαγραφή μερους του χρέους της. Η διαπραγμάτευση αναγγέλεται «σκληρή», αλλά θα λάβει χώρα μέσα στα «ευρωπαϊκά» πλαίσια, επιδιώκοντας μια «ευρωπαϊκή» λύση. Το πρόβλημα είναι, βέβαια, το πως θα γίνει η «σκληρή» διαπραγμάτευση και ποια όπλα θα έχει μια ελληνική κυβέρνηση, πέραν του ενθουσιασμού των εκπροσώπων της. Δυστυχώς το κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ δε μας λέει τίποτε επ’ αυτού, αναγνωρίζει όμως ότι μπορεί η λύση να καθυστερήσει λόγω των δυσκολιών της διαπραγμάτευσης.

Έτσι περνάμε στο δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που θα αντικαταστήσει αμέσως τα Μνημόνια, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης για το χρέος. Και πάλι πολύ σωστά ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνει την προσοχή του στην άμεση παρέμβαση στην οικονομία και την κοινωνία που έχουν φτάσει πλέον στα όρια της αντοχής τους.

Το Σχέδιο έχει τους εξής τέσσερις πυλώνες:

Ι) Αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που προκάλεσαν τα Μνημόνια στη στέγαση, τη διατροφή, την υγεία, την παροχή ρεύματος και τις μετακινήσεις. Προβλεπόμενο κόστος: 1.892 εκ ευρώ.
ΙΙ) Επανεκκίνηση της οικονομίας μέσω:
      1) Φορολογικής ελάφρυνσης, με κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και επαναφορά του αφορολόγητου
      στα 12.000 ευρώ. Προβλεπόμενο κόστος: 3,5 δις ευρώ.
     2) «Σεισάχθειας», με ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», την οποία θα αναλάβει ειδικός
      δημόσιος φορέας. Προβλεπόμενο κόστος: 2 δις ευρώ.
     3) Παροχής ρευστότητας, κυρίως με την ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας. Προβλεπόμενο
      κόστος: 1δις ευρώ.
     4) Επαναφοράς του βασικού μισθού στα 751 ευρώ. Προβλεπόμενο κόστος: 0.
      Το προβλεπόμενο κόστος του δεύτερου πυλώνα συνολικά, συνεπώς, φτάνει τα 6,5 δις ευρώ.
ΙΙΙ) Πρόγραμμα Δημόσιας Απασχόλησης, που θα δημιουργήσει 300000 θέσεις εργασίας περιορισμένης διάρκειας, με συνολικό κόστος 5 δις ευρώ για δύο χρόνια. Προβλεπόμενο κόστος για τον πρώτο χρόνο: 3 δις ευρώ.
IV) Μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος, με παρεμβάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και στο κοινοβούλιο.

Άρα το προβλεπόμενο συνολικό κόστος για το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης θα φτάσει τα 11,5 δις ευρώ.

Το πρώτο και σημαντικό που έχει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι δυστυχώς λείπουν οι αναλογιστικές μελέτες που θα τεκμηρίωναν το προβλεπόμενο κόστος. Πόσο έγκυρη, για παράδειγμα, είναι η εκτίμηση για τα 3,5 δις της φορολογικής ελάφρυνσης; Εξαίρεση αποτελεί το κόστος του Προγράμματος Δημόσιας Απασχόλησης το οποίο εμφανώς στηρίζεται σε πρόσφατη σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Λέβι των ΗΠΑ. Χωρίς αναλογιστικές μελέτες, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι, σε αντίθεση με τον ορυμαγδό ανοησίας που ακούστηκε ως απάντηση από το μνημονιακό στρατόπεδο της καταστροφής, το ποσό που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι θα κοστίσει το Σχέδιο – μεγάλο μέρος του οποίου θα πάει απευθείας στη συνολική ζήτηση – δεν είναι καθόλου υπερβολικό για μια οικονομία σε τόσο βαθειά καταστολή όσο η ελληνική.

Πηγαίνοντας ακόμη πιο πέρα όμως, στα δύο κομβικά θέματα της «σεισάχθειας» και της ρευστότητας το Σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον συντηρητικό και οι σχετικοί υπολογισμοί δε φαίνονται να στηρίζονται σε μελέτες. Δύο βασικά ερωτήματα:

- Τα «κόκκινα δάνεια» των ελληνικών τραπεζών, σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση της Τράπεζας της Ελλάδας, ήταν 77 δις, εκ των οποίων τα 35 δις ήταν χρέη των νοικοκυριών. Τι «σεισάχθεια» είναι αυτή, η οποία μόλις και φτάνει τα 2 δις και πως υπολογίστηκε;

- Ως προς τη ρευστότητα, ποιά μπορεί να είναι η ισχύς της Αναπτυξιακής Τράπεζας στην εγχώρια αγορά όταν το κεφάλαιό της θα είναι 1 δις ευρώ τη στιγμή που το κεφάλαιο, για παράδειγμα, της Εθνικής Τράπεζας είναι 8 δις, ή της Τράπεζας Πειραιώς 8,5 δις ευρώ; Πως ακριβώς θα αλλάξει τις συνθήκες στις πιστωτικές αγορές με αυτούς τους όρους η νέα τράπεζα;

Έστω και σχετικά μετριοπαθές, το Σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί φυσικά χρηματοδότηση. Εδώ όμως τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο και οι υπολογισμοί δεν είναι καθόλου πειστικοί. Η χρηματοδότηση υποτίθεται ότι θα προκύψει ως εξής:

ι) Από την εκκαθάριση των χρεών προς την εφορία, 3 δις
ιι) Από την πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, 3 δις
ιιι) Από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, 3 δις
ιν) Από το ΕΣΠΑ, 2,5 δις, και από τρέχοντα ευρωπαϊκά προγράμματα άλλα 0,5 δις

Τα 6 δις από το ι) και το ιι) θα καλύψουν το κόστος της ανθρωπιστικής παρέμβασης και της φορολογικής ελάφρυνσης. Τα 3 δις από το ΤΧΣ θα καλύψουν το κόστος της «σεισάχθειας» και της Τράπεζας Ανάπτυξης. Τα 3 δις των ευρωπαϊκών προγραμμάτων θα καλύψουν το κόστος του προγράμματος απασχόλησης.

Άρα τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα θα φτάσουν τα 12 δις ευρώ.

Δυστυχώς οι αναλογιστικές μελέτες που θα έδιναν αξιοπιστία στους αριθμούς δεν υπάρχουν ούτε για αυτό το σκέλος. Οι συντάκτες του Σχεδίου φρόντισαν βέβαια να υπερκαλύψουν το προβλεπόμενο κόστος για τον πρώτο χρόνο κατά 500 εκ, αλλά παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, γεγονός παραμένει ότι αναμένουν να συλλέξουν 6δις από την πάταξη της φοροδιαφυγής και την τακτοποίηση χρεών προς το Δημόσιο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία εγγύηση ότι ο στόχος θα επιτευχθεί. Κάθε άλλο μάλιστα, αν κρίνουμε από την τεράστια δυσκολία να συλλεχθούν τα χρέη προς το Δημόσιο το 2012 και το 2013, τα οποία συνεχώς αυξάνονται. Και αυτό χωρίς καν να μπούμε στο ζήτημα του κατά πόσο τα χρήματα του ΤΧΣ θα αποδειχθούν όντως προσβάσιμα και φυσικά στο κατά πόσο θα βρεθούν τα χρήματα του ΕΣΠΑ, όταν ήδη έχει κατατεθεί και εγκριθεί πλήθος προγραμμάτων που επιδιώκουν χρηματοδότηση από την ίδια πηγή.

Το πρόβλημα της χρηματοδότησης αντανακλά όμως το βαθύτερο ζήτημα της συνάρθρωσης του πρώτου και του δευτέρου σκέλους του Σχεδίου. Το ελληνικό χρέος δεν αντιπροσωπεύει απλώς ένα δυσβάστακτο βάρος ύψους περίπου 8 δις σε τόκους κατ’ έτος. Ακόμη περισσότερο, η εξυπηρέτησή του και η μείωσή του είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας σειράς διακρατικών συμφωνιών που θέτουν ένα αυστηρότατο πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να επιδιώξει πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ για το 2014, 3% για το 2015 και 4,5% για το 2016, ώστε να μπορεί να αποπληρώνει το χρέος της. Αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο της λιτότητας και ο λόγος για τον οποίο συντρίφτηκαν οι δημόσιες δαπάνες κι εκτοξεύτηκε η φορολογία τα τελευταία χρόνια.

Ποιά ακριβώς θα είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτές τις υποχρεώσεις, καθώς θα διαπραγματεύεται «σκληρά» για το χρέος;

Οι προγραμματικές δηλώσεις δυστυχώς δεν μας διαφωτίζουν στο σημείο αυτό. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ προτίθεται να τις απορρίψει, τότε γιατί δεν το δηλώνει ανοιχτά; Ακόμη περισσότερο, αν τις απορρίψει, ως οφείλει μία κυβέρνηση της Αριστεράς να κάνει, τότε γιατί καταβλήθηκε αυτή η καθόλου πειστική προσπάθεια να εμφανιστεί το Σχέδιο Ανασυγκρότησης ως πλήρως κοστολογημένο, ώστε να φαίνεται ότι θα έχει μηδενική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό; Τι είδους απόρριψη της λιτότητας είναι αυτή που ελπίζει να βρει τους πόρους για την απολύτως απαραίτητη απάλυνση της ανθρωπιστικής κρίσης και για την επανεκκίνηση της οικονομίας, από την πάταξη της φοροδιαφυγής και τη συλλογή χρεών προς το Δημόσιο (μέσα σε ένα χρόνο!); Γιατί δεν τολμάει ο ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσει ανοιχτά για μεταφορά πόρων και γιατί συνεχίζει να υπόσχεται ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς;

Η απάντηση είναι απλή. Πρόκειται για μια απόρριψη της λιτότητας που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Από τη μια, να πετύχει «ευρωπαϊκή» λύση για το χρέος, χωρίς μονομερείς ενέργειες και από την άλλη να ελαφρύνει την τρομακτική φορολογική επιβάρυνση και την προϊούσα ανθρωπιστική κρίση. Επιδιώκει να δώσει την απαραίτητη ώθηση στην οικονομία, χωρίς όμως να σπάσει το πλαίσιο που έχει επιβάλλει η ΕΕ και η ΟΝΕ στην Ελλάδα. Δυστυχώς αυτό δεν γίνεται, εξ ου και οι ακροβασίες του Σχεδίου. Η πραγματικότητα είναι ότι, ουσιαστική άρση της λιτότητας, χωρίς μονομερείς ενέργειες στο χρέος και χωρίς σύγκρουση με τους Ευρωπαίους «εταίρους» μας, είναι αδύνατη. 

Αυτά για την ώρα για τις προγραμματικές δηλώσεις ΣΥΡΙΖΑ και θα επανέλθω σύντομα.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Η νομισματική μάστιγα της Ευρώπης


Πολιτική αναταραχή λοιπόν στη Γαλλία, καθώς η κρίση του κέντρου της Ευρωζώνης γίνεται όλο και βαθύτερη. Ο πρόεδρος Ολάντ αντιδρά σπασμωδικά στη γερμανική πίεση, χωρίς ξεκάθαρη κατεύθυνση και χωρίς να διαφαίνεται ότι υπάρχει αντίληψη της πραγματικής κατάστασης της χώρας. Το πρόβλημα της Γαλλίας δεν είναι απλώς η λανθασμένη πολιτική λιτότητας που εκπορεύεται από το Βερολίνο. Η κρίση της Γαλλίας έχει δομικά αίτια που προέρχονται από την ίδια τη φύση της Ευρωζώνης.

Αξίζει να αφιερώσετε λίγα λεπτά στο διάγραμμα που παραθέτω από μια σχετικά αξιόπιστη πηγή του διαδικτύου. Πρόκειται για μια παραλλαγή ενός διαγράμματος που αρχικά δημοσίευσε ο Nicholas Crafts, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Warwick, στο έγκριτο VoxEU το Δεκέμβριο του 2013. Είναι φυσικά απαραίτητο να υπάρχει μια επιφυλακτικότητα - ακόμη και σε μετρήσεις που κάνει κανείς μόνος του - αλλά αυτό που απεικονίζεται στο διάγραμμα ταιριάζει απόλυτα με ό,τι ζούμε και με ό,τι δείχνουν άλλα στατιστικά στοιχεία που συνεχώς δημοσιεύονται στο ευρωπαϊκό κέντρο.

Το αρχικό διάγραμμα του Crafts περιλάμβανε τρεις περιοχές: το λεγόμενο Μπλοκ της Στερλίνας (1929-1938), το λεγόμενο Μπλοκ του Χρυσού (1929-1938) και την Ευρωζώνη μετά το 2007. Συνέκρινε το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης που βίωσαν αυτές οι τρεις πολύ σημαντικές νομισματικές ζώνες σε δύο καθοριστικές περιόδους κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, δηλαδή τη δεκαετία του 1930 και την περίοδο μετά το 2007. Το διάγραμμα που παραθέτω απλώς περιλαμβάνει και την Ιαπωνία (1992-2001).

Το συμπέρασμα; Η κρίση της Ευρωζώνης είναι καταφανώς η χειρότερη. Δεν είχε ποτέ το βάθος της κρίσης του Μπλοκ της Στερλίνας και του Μπλοκ του Χρυσού τη δεκαετία του 1930, αλλά τις έχει ξεπεράσει κατά πολύ σε διάρκεια και ήδη βαθαίνει ξανά, αντί να τελειώνει. Πρόκειται για ιστορική αποτυχία χωρίς προηγούμενο για μια νομισματική ένωση τέτοιου μεγέθους.




Γιατί γίνεται αυτό; Οι παράγοντες είναι φυσικά πολλοί και εδράζονται στην πραγματική οικονομία, όχι μόνο στις διαφορές κυβερνητικής πολιτικής. Αλλά όσοι πιστεύουν ότι το νομισματικό σύστημα δεν έχει σημασία είναι είτε αδαείς, είτε πάσχουν από το σύνδρομο του ταμπού του ευρώ. Δυστυχώς και τα δύο απαντώνται συχνότατα στην ελληνική Αριστερά.

Το Μπλοκ της Στερλίνας απαρτίζονταν κυρίως από τη Βρετανία που εγκατέλειψε τον Κανόνα του Χρυσού το 1931 και υποτίμησε το νόμισμα. Το Μπλοκ του Χρυσού απαρτίζονταν κυρίως από τη Γαλλία (που κατείχε μεγάλα αποθεματικά) και επέμεινε στον Κανόνα του Χρυσού μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, διατηρώντας σκληρές ισοτιμίες και επιβάλλοντας αυστηρή λιτότητα. Με άλλα λόγια, πήρε το δρόμο της 'εσωτερικής υποτίμησης', όπως επιτάσσει η λογική του Κανόνα του Χρυσού. Το αποτέλεσμα ήταν να αντιμετωπίσει πολύ βαθύτερη κρίση από το Μπλοκ της Στερλίνας, μέχρι τελικά να σπάσει η πρόσδεση με το χρυσό το 1936. Το φετίχ του κίτρινου μετάλλου, βλέπετε, πληρώνεται ακριβά.

Η Ευρωζώνη δεν εφαρμόζει τύποις τον Κανόνα του Χρυσού, αν και η ΕΚΤ κατέχει τεράστιες ποσότητες του μετάλλου. Η λειτουργία της ΟΝΕ όμως αναπαράγει τη βασική λογική του Κανόνα επιβάλλοντας 'εσωτερική υποτίμηση' και αυστηρή λιτότητα σε μια περίοδο βαθύτατης οικονομικής κρίσης. Το αποτέλεσμα φαίνεται στο διάγραμμα: η Ευρώπη έχει τυλίξει μια θηλειά στο λαιμό της και τη σφίγγει όλο και πιο πολύ.

Η σύγκριση είναι ακόμη χειρότερη αν αναλογιστούμε τη βασική διαφορά ανάμεσα στη δεκαετία του 1930 και στο τώρα. Ο Κανόνας του Χρυσού ήταν ένα σύστημα που λειτουργούσε τυφλά και αυτόματα στη βάση της κατοχής του χρηματικού μετάλλου. Η Ευρωζώνη είναι ένα σύστημα που συνειδητά αναπαράγει τις χειρότερες αδυναμίες του Κανόνα του Χρυσού τη στιγμή που το κύριο μέσο πληρωμής πλέον δημιουργείται από τις κεντρικές τράπεζες με τη στήριξη του κράτους.

Γιατί κυριάρχησε αυτός ο παραλογισμός που αντιβαίνει την ιστορική εμπειρία; Το χαρακτηριστικό της αστικής τάξης - σε αντίθεση με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα - είναι ότι μαθαίνει από την ιστορία. Έχει δημιουργήσει θεσμούς, όπως τα πανεπιστήμια και τα διάφορα ερευνητικά κέντρα, που αποθηκεύουν και αξιοποιούν τη μνήμη. Πρόκειται για ένα από τα κυριότερα μυστικά της ανθεκτικότητας της αστικής εξουσίας διαχρονικά. Γιατί στην περίπτωση της Ευρωζώνης έχουμε τέτοια αποτυχία ιστορικού μεγέθους;

Υπάρχει φυσικά η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχεί στα κέντρα εξουσίας και ειδικά στο Βερολίνο με τη σκληρή μορφή του Ορντολιμπεραλίσμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γερμανική ισχύς έχει επιβάλει τις δικές της εμμονές στους μηχανισμούς της ΕΕ. Πλανώνται πλάνην οικτράν όμως όσοι πιστεύουν ότι είναι απλώς θέμα ιδεολογίας και ότι, αν εκλείψει η κ. Μέρκελ και επικρατήσουν άλλες αντιλήψεις, θα επιστρέψει η ΕΕ και η ΟΝΕ σε κάποιον παράδεισο λογικής. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πλάνη ορισμένων δυνάμεων της Αριστεράς στην Ελλάδα που φαίνεται να πιστεύουν ότι αντιπαλεύοντας το νεοφιλελευθερισμό θα 'αλλάξουν την Ευρώπη'.

Ο ακρογωνιαίος λίθος του παραλογισμού της ΟΝΕ είναι η ανελέητη ταξική και εθνική πραγματικότητα της σημερινής Ευρώπης. Το μεγάλο εξαγωγικό και τραπεζικό κεφάλαιο στη Γερμανία συνεχίζει να κρατάει τους μισθούς σχετικά χαμηλά αποσπώντας έτσι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και κυριαρχώντας στην ΕΕ. Το γεγονός ότι η πολιτική αυτή είναι κοντόφθαλμη, αφού έχει καταστρέψει την περιφέρεια, σταδιακά βουλιάζει τη Γαλλία, και κρατάει ολόκληρη την Ευρώπη (και τη Γερμανία!) σε στασιμότητα, δεν αρκεί για να αφαιρέσει τις ταξικές και εθνικές παρωπίδες. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό στην ιστορία του καπιταλισμού.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι δυστυχώς η Ευρώπη δε θα μπορέσει να απαλλαγεί από το ζουρλομανδύα της ΟΝΕ χωρίς ταξική και εθνική αντιπαράθεση κατά μήκος και πλάτος της Ένωσης. Η περιφέρεια έχει για την ώρα αποδεχθεί τη γερμανική επιβολή, αλλά η Γαλλία και η Ιταλία βρίσκονται στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης. Τα κόμματα της Αριστεράς στην περιφέρεια και ειδικά στην Ελλάδα έχουν καθήκον να προετοιμάζονται και όχι να καλλιεργούν ψευδαισθήσεις.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Παγκοσμιοποίηση ή χρηματιστικοποίηση;


Ο όρος παγκοσμιοποίηση είναι εξαιρετικά ασαφής, παρά το ότι χρησιμοποιείται ευρύτατα για να περιγράψει την εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού. Άλλοτε υποδηλώνει τη διεύρυνση της παγκόσμιας αγοράς εμπορευμάτων, άλλοτε τη διόγκωση της εξαγωγής κεφαλαίου και των άμεσων ξένων επενδύσεων, άλλοτε τη δημιουργία παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού δικτύου, άλλοτε την εμφάνιση βιομηχανικού καπιταλισμού στον πρώην Τρίτο Κόσμο, κι άλλοτε όλα αυτά μαζί κι ακόμη περισσότερα, όπως τη μετανάστευση της εργασίας.

Καμία όμως από αυτές τις τάσεις δεν είναι καινούργια. Ο καπιταλισμός, βλέπετε, είναι εκ φύσεως παγκόσμιος, όπως είχαν διαπιστώσει ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήδη από το 1848.

Η παγκοσμιοποίηση πέρασε για τα καλά στο διεθνές λεξιλόγιο από τότε που η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον όρο για να σηματοδοτήσει τη νέα εποχή που υποτίθεται ότι θα άνοιγε με το θρίαμβο του αμερικανικού καπιταλιστικού μοντέλου και την κατάρρευση του λεγόμενου ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’. Η ασάφειά του αποδείχθηκε θείο δώρο για κυνικούς πολιτικούς και πολυπράγμονες δημοσιογράφους γιατί έδωσε ένα επίχρισμα επιστημονικότητας στην αβάσιμη αντίληψη ότι πλέον η ‘αγορά’ κυριαρχεί παγκοσμίως και οι κυβερνήσεις δε μπορούν να πάνε κόντρα στους ‘νόμους’ της. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε κάτι σαν φυσικό φαινόμενο που αντιπροσωπεύει την ‘πρόοδο’ και κανείς δεν πρέπει να της πηγαίνει κόντρα. Συνεπώς επιβάλλεται να γίνονται ακατάπαυστα ‘μεταρρυθμίσεις’, όπως απελευθέρωση των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, συγκράτηση των μισθών, ελαστική εργασία και περιορισμός του κράτους πρόνοιας. Όσοι αντιτίθενται είναι οπισθοδρομικοί και εκτός εποχής.

Η δομική κρίση του 2007-9 έριξε φως στην εξέλιξη του καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες και κατέδειξε πόσο κενός είναι ο όρος παγκοσμιοποίηση. Η κρίση ξεκίνησε το 2007 στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά από έξι χρόνια εκπληκτικής κερδοσκοπίας που συμβάδιζε με χαμηλές παραγωγικές επενδύσεις, αλλά και με ανάκαμψη της κερδοφορίας στον παραγωγικό τομέα. Δεν οφείλεται, δηλαδή, ούτε σε υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, ούτε σε πτώση του ποσοστού κέρδους. Προς το τέλος του 2008 μετατράπηκε σε γενικευμένη παγκόσμια ύφεση γιατί κονιορτοποιήθηκε η πίστωση και κατέρρευσε η συνολική ζήτηση.

Η κρίση αντιμετωπίστηκε το 2009 με κρατική παρέμβαση που διέσωσε τις τράπεζες και στήριξε τη ζήτηση κυρίως μέσω της έκδοσης χρήματος στην οποία το σύγχρονο κράτος διατηρεί απόλυτο μονοπώλιο. Κατέληξε το 2010-14 σε παρατεταμένη οικονομική δυστοκία στις αναπτυγμένες χώρες γιατί τα κράτη έχουν αυξήσει το δανεισμό τους για να στηρίξουν τη ζήτηση, ενώ οι εργαζόμενοι πιέζονται από χαμηλούς μισθούς και βουνά χρέους. Στην Ευρώπη ειδικότερα η κρίση μετεξελίχθηκε σε πραγματική καταστροφή των χωρών της περιφέρειας, με πρώτη την Ελλάδα, λόγω του αποτυχημένου νομισματικού συστήματος του ευρώ, ενώ πλέον σταδιακά βουλιάζει και το κέντρο.

Στις χώρες του πρώην Τρίτου Κόσμου, όμως, τα πράγματα πήραν πολύ διαφορετική πορεία. Μετά μια σύντομη ύφεση το 2008-9 ακολούθησε σχετικά ταχύρρυθμη ανάπτυξη, καθώς τα χρηματοπιστωτικά συστήματα των αναπτυσσομένων χωρών δεν είχαν πληγεί, ενώ το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος δεν είχε εκτιναχθεί όπως στις αναπτυγμένες. Παράλληλα, η οικονομία της Κίνας ανέκαμψε δυναμικά μέσω κρατικής παρέμβασης και πρόσφερε μια μεγάλη αγορά για εξαγωγές πρώτων υλών και τροφίμων. Τέλος, η άφθονη έκδοση χρήματος στις ΗΠΑ μετά το 2009 τόνωσε για μια ακόμη φορά τις ροές κεφαλαίου προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, οι αναπτυσσόμενες χώρες συνέχισαν να στέλνουν ακόμη μεγαλύτερα κεφάλαια στις αναπτυγμένες, αφού είναι υποχρεωμένες να διακρατούν τεράστια αποθεματικά είτε σε δολάρια, είτε σε ευρώ και άρα να αγοράζουν κρατικά ομόλογα των αναπτυγμένων χωρών.

Εν ολίγοις, η δομική κρίση ξεπήδησε από την καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού, επικεντρώθηκε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αντιμετωπίστηκε προσωρινά από το κράτος και κατέληξε σε εξασθένιση των ΗΠΑ και κυρίως της Ευρώπης. Η κρίση ευνόησε τον πρώην Τρίτο Κόσμο, ο οποίος όμως συνεχίζει σε καθαρή βάση να χρηματοδοτεί τις αναπτυγμένες χώρες. Αν όλα αυτά τα φαινόμενα συνιστούν παγκοσμιοποίηση, τότε η παγκοσμιοποίηση δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Ο όρος που καλύτερα αποδίδει την ιστορική αλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες δεν είναι η παγκοσμιοποίηση αλλά η χρηματιστικοποίηση. Ο ώριμος καπιταλισμός έχει χρηματιστικοποιηθεί, καθώς το παραγωγικό κεφάλαιο επιδίδεται σε αναζήτηση χρηματοπιστωτικού κέρδους, το τραπεζικό κεφάλαιο έχει πάρει αποστάσεις από τον παραγωγικό τομέα και αναζητά κέρδη μέσω πράξεων στις ανοιχτές αγορές, και τέλος τα νοικοκυριά έχουν εμπλακεί βαθιά στις χρηματοπιστωτικές διαδικασίες για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες στέγασης, υγείας, παιδείας, ασφάλισης και συνταξιοδότησης. Ταυτόχρονα το κέντρο βάρους του παραγωγικού κεφαλαίου παγκοσμίως μεταφέρεται στις αναπτυσσόμενες χώρες, με προεξάρχουσα την Κίνα. Η χρηματιστικοποίηση εμφανίζεται όλο και περισσότερο και σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως στη Βραζιλία, στην Τουρκία και στο Μεξικό, όχι όμως στην Κίνα όπου υπάρχουν έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίου και οι τράπεζες παραμένουν κρατικές.

Η ιστορική αυτή αλλαγή του καπιταλισμού έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται τακτικά χρηματοπιστωτικές ‘φούσκες’, οι οποίες φέρνουν την ψευδαίσθηση της ευμάρειας μέχρι την αναπόφευκτη κατάρρευση. Η κρίση του 2007-9 ήταν απόρροια της χρηματιστικοποίησης, ενώ όσα ακολούθησαν έδειξαν ότι η χρηματιστικοποίηση συνεχίζεται.  Οι κυβερνήσεις διέσωσαν τα τραπεζικά συστήματα και φρόντισαν για την ανάκαμψη των χρηματοπιστωτικών κερδών. Δεν επέβαλαν δομικούς περιορισμούς στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ούτε άλλαξαν τους όρους λειτουργίας του παραγωγικού κεφαλαίου. Ειδικά στις ΗΠΑ, την καρδιά της χρηματιστικοποίησης, η ισχύς του χρηματοπιστωτικού λόμπι είναι τόσο μεγάλη που ουσιαστικά τίποτε δομικό δεν έχει αλλάξει. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς η παρατεταμένη οικονομική δυστοκία των τελευταίων ετών.

Πέντε χρόνια μετά την κρίση του 2007-9 οι αντιφάσεις της χρηματιστικοποίησης συνεχίζουν να καθορίζουν την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Η κρίση του 2007-9 ήταν τόσο γιγαντιαία που η μετέπειτα δημιουργία άφθονου χρήματος από πλευράς αμερικανικής κυβέρνησης δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια γενικευμένη ‘φούσκα’ και να φέρει ξανά την ψευδαίσθηση της ευμάρειας. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν σαφώς ανακάμψει και τα τραπεζικά κέρδη είναι υψηλά, αλλά η παραγωγική οικονομία δεν έχει δυναμισμό.

Αν στο επόμενο διάστημα η δημιουργία χρήματος στις ΗΠΑ περιοριστεί σημαντικά – όπως σταδιακά γίνεται – και παράλληλα υποχωρήσει και ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας – όπως επίσης συμβαίνει – το πλήγμα θα είναι τεράστιο και για τις αναπτυγμένες και για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Μια γενικευμένη οικονομική καθίζηση στο άμεσο μέλλον ίσως αποδειχθεί το αντίτιμο της διάσωσης και διατήρησης του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Μια συνέντευξη της Άντα Κολάου στην Ισπανία


Από την ίδρυσή της, στις 26 Ιουνίου 2014, η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» έχει ήδη συγκεντρώσει χιλιάδες υπογραφές που στηρίζουν την επιδίωξη να αλλάξει ριζικά το σημερινό μοντέλο της πόλης και να περάσει στην υπηρεσία των βασικών αναγκών της πλειοψηφίας. Από τη στιγμή που τα μέλη της κατέβασαν την πρόταση στις γειτονιές και άρχισαν να προσελκύουν νέους οπαδούς, άλλαξε και η πολιτική σκηνή της Καταλονίας.

Ανάμεσα στα πρόσωπα που ανέδειξε η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» ξεχωρίζει η Άντα Κολάου, γεννημένη στη Βαρκελώνη το 1974 και ψυχή της εξαιρετικά επιτυχημένης Πλατφόρμας για τις Υποθήκες (PAH) μέχρι το Μάιο του 2014, οπότε και ανακοίνωσε ότι θα πάψει να είναι η εκπρόσωπος της Πλατφόρμας. Τον Ιούνιο του 2014 δήλωσε ότι στηρίζει το 'Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη' ως αριστερή εναλλακτική λύση για την αυτοδιοίκηση της πόλης και είναι πιθανό να αναδειχθεί σε υποψήφια για τη Δημαρχία. Η Κολάου ενσαρκώνει τη δέσμευση μιας γενιάς που, συνδέοντας τους παλιούς με τους νέους κοινωνικούς αγώνες, έχει ως στόχο την αναγέννηση της δημοκρατίας και την αλλαγή της κοινοτικής ζωής μέσα από τα θεσμικά όργανα της Βαρκελώνης. Μόλις ένα μήνα μετά την ίδρυσή του, οι δημοσκοπήσεις φέρνουν το 'Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη' στην τρίτη θέση και όχι πολύ πίσω από το κυβερνητικό κόμμα CiU.

Τη συνέντευξη πήρε ο Àlex Romaguera για τη La Directa. Τη μετάφραση έκανε η Ελένη Νικολάου για το Xpressed.


“Χωρίς μια μεγάλη κινητοποίηση και χωρίς κοινωνική αντίδραση δεν θα νικήσουμε ούτε θα υπάρξει δημοκρατία”




A.R.: Πέρασαν ήδη δύο βδομάδες από την παρουσίαση της πρωτοβουλίας «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη». Ποια είναι η εκτίμησή σας για την υποστήριξη που έλαβε;

Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Πρώτον, λόγω της συμμετοχής περισσότερων των 2.000 ατόμων, κάτι που ήταν πάνω από τις προσδοκίες μας, και ύστερα διότι οι οραματισμοί μας επιβεβαιώθηκαν με έναν καταιγισμό μηνυμάτων από ανθρώπους που θέλουν να συμμετάσχουν. Ένα γεγονός ιδιαίτερης αξίας για μας, δεδομένου ότι η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» δεν επιδιώκει να γίνει μια συμφωνία μεταξύ κομματικών ακρωνυμίων, αλλά ένας χώρος συνάντησης ανθρώπων που δεν είναι πολιτικά οργανωμένοι.

A.R.: Επίσης αναγκάσατε τους άλλους πολιτικούς φορείς να επανατοποθετηθούν. Μήπως αυτό δείχνει τις δυνατότητες της πρότασης;

Δείχνει ότι ήδη κερδίζουμε. Όλοι οι φορείς έχουν εκφραστεί και αναγνωρίζουν ότι η υπόθεση της πρωτοβουλίας «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» ανταποκρίνεται σ’ ένα πλειοψηφικό ρεύμα, σύμφωνα με το οποίο απαιτούνται πλατιές συγκλίσεις για κοινούς στόχους. Μετά από αυτό, ο δημόσιος διάλογος αρχίζει να αλλάζει. Με αυτήν την έννοια, ένας από τους υποψηφίους για τη δημαρχία της Βαρκελώνης από την ERC[1], ο Oriol Amorós, παρουσίασε τη διαδικασία «Επικεντρωνόμαστε στη Βαρκελώνη», προκειμένου να προσελκύσει νευραλγικούς κλάδους. Η ERC δεν θα έχει άλλη επιλογή παρά να διευκρινίσει γιατί δεν μπορεί να επαναλάβει τη συζήτηση της πρωτοβουλίας «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» πριν συμμαχήσει με την Convergència i Unió[2]. Ή πας με το παλιό καθεστώς ή δεσμεύεσαι για τους νέους τρόπους άσκησης πολιτικής που διεκδικούν οι πολίτες.

A.R.: Η παρουσίαση της πρωτοβουλίας «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» συγκέντρωσε όλα τα κόμματα και τα κινήματα που έχουν πιστέψει στην πρόταση. Πώς θα διαρθρωθεί αυτός ο τόσο ετερογενής χώρος;

Μέχρι στιγμής έχουμε συντάξει ένα κείμενο που συγκεντρώνει τις ποικίλες απόψεις που διατυπώνονται σε πολλούς κοινωνικούς χώρους σύγκλισης. Από τη μια πλευρά, η ανάγκη για μια δημοκρατική αναγέννηση με ένα συμβόλαιο τιμής που θα περιλαμβάνει πλαφόν στον μισθό των υψηλόβαθμων διοικητικών δημοσίων υπαλλήλων, έλεγχο των δημοσιονομικών και μηχανισμούς για την συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Και από την άλλη, να αποκαταστήσουμε τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που απορρέουν από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή τον «πόλεμο χωρίς σφαίρες» στον οποίο βρισκόμαστε, όπου ορισμένες ελίτ συσσωρεύουν όλο και περισσότερο πλούτο σε βάρος της πλειονότητας του πληθυσμού που εξαθλιώνεται.

A.R.: Έχοντας κάνει αυτή τη διάγνωση, ποια είναι η πρόκληση;

Από εδώ και πέρα, πρέπει να μιλήσουμε με όλους όσοι θέλουν να έρθουν μαζί για να καθορίσουμε τα επόμενα βήματα. Ναι, γνωρίζουμε ότι η σύγκλιση θα πρέπει να βασίζεται σε μια συγκεκριμένη συμμαχία προς την κατεύθυνση μιας ριζοσπαστικής και αντικαθεστωτικής προσπάθειας εκδημοκρατισμού της Βαρκελώνης με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Δηλαδή την εμβάθυνση της ποιότητας της δημοκρατίας και τη διασφάλιση των βασικών αναγκών, όπως η στέγαση, η εκπαίδευση και τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Γνωρίζουμε ότι αυτές οι λογικές δεν θα είναι εύκολο να εναρμονιστούν, γιατί υπάρχουν πολύ διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Αλλά αφού το έχουμε ήδη καταφέρει στον δρόμο, πρέπει να είμαστε σε θέση να το κάνουμε και στους θεσμούς. Αυτό είναι το στοίχημα.

A.R.: Η CUP[3] εδώ και καιρό πραγματοποιεί συναντήσεις, όπως η Συνάντηση για τη Λαϊκή Ενότητα, η οποία πραγματεύεται αυτή την ανάγκη με τα κινήματα και τους κοινωνικούς αγώνες της πόλης. Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό;

Εμείς πιστεύουμε ότι η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» έχει δύο ιδιαιτερότητες. Από τη μια πλευρά, απορρέει από μια πλατφόρμα πολιτών που δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα, ούτε έχουν πολιτικό προσανατολισμό, γεγονός που της επιτρέπει να προωθεί αυτή τη σύγκλιση. Η CUP, παρά την αναγνώριση ότι οι πρακτικές της είναι πιο προχωρημένες σε σχέση με τα άλλα κόμματα, έχει ως στρατηγική τη συγκέντρωση δυνάμεων μέσω της δημοτικής δράσης. Ως εκ τούτου, όπως και το Podemos («Μπορούμε»), η Proceso Constituyente (Συντακτική Διαδικασία) και άλλοι σχηματισμοί, δεν μπορεί να αποτελέσει τον κεντρικό πόλο αυτής της σύγκλισης, διότι στο πλαίσιο του κομματικού συστήματος φαίνεται να συνιστά ένα ακόμη πεδίο ανταγωνισμού. Πέρα από αυτό, ενώ οι σχηματισμοί αυτοί μοναδικό στόχο έχουν να επεκτείνουν την εκπροσώπησή τους, η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» θέλει να κερδίσει και φιλοδοξεί να το πετύχει.

A.R.: Η ICV[4] είναι ο άλλος παράγοντας στον οποίον όλοι έχουν στραμμένα τα μάτια τους, δεδομένου ότι εξέφρασε την επιθυμία να ενταχθεί στην πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη». Τι νομίζεις;

Η ICV είναι συνυπεύθυνη για μια πολύ αρνητική διαχείριση της Βαρκελώνης. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των μελών της βρίσκονται σ’ αυτούς τους υφιστάμενους χώρους σύγκλισης, όπου επιδιώκεται πραγματική αλλαγή στις μορφές άσκησης πολιτικής. Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι οι δηλώσεις, αλλά οι στόχοι και οι συγκεκριμένες πρακτικές. Θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την La Caixa ή οποιονδήποτε άλλον χρειάζεται για το πέρασμα της διαχείρισης του νερού στην αυτοδιοίκηση, και να τεθεί υπό δημοσιονομικό έλεγχο και έλεγχο μισθών, σύμφωνα με τις επιδιώξεις της πρωτοβουλίας «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη»; Πρέπει να το αποδείξει. Σε κάθε περίπτωση, αντί να επιρρίπτω ευθύνες, είμαι υπέρ της εστίασης σε κοινούς στόχους που μπορούμε να μοιραστούμε.

A.R.: Είναι μοναδική ευκαιρία;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια άνευ προηγουμένου νεοφιλελεύθερη επίθεση που απειλεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Και αυτό συμβαίνει στη Βαρκελώνη που, από την άλλη, διαθέτει μια μεγάλη δύναμη: είναι ως επί το πλείστον προοδευτική, έχει βιώσει σημαντικές καινοτομίες και πολλές γειτονιές της πρωταγωνίστησαν στις μεγαλύτερες κοινωνικές κατακτήσεις. Ένα DNA που δείχνει πως ο μετασχηματισμός είναι εφικτός, χωρίς να είναι αυτοκτονικός.

A.R.: Ορισμένοι θεωρούν ότι η συζήτηση περί αριστεράς-δεξιάς έχει ξεπεραστεί από τη σχέση ανάμεσα στους “από κάτω” και τους “από πάνω”. Θα μπορούσε αυτό να έχει ως αποτέλεσμα η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» να προσελκύσει φιλελεύθερους ή λιγότερο προοδευτικούς φορείς;

Οι ετικέτες «αριστερός» «δεξιός» δεν χρησιμεύουν πλέον σε τίποτα, όταν το PSC που εκπροσωπούσε την αριστερά, υιοθέτησε πλέον καθαρά νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η σημαία που μπορεί σήμερα να ενώσει τους ανθρώπους είναι η σημαία της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι της “αριστεράς”, η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» απορρίπτει τις ταμπέλες και θέλει να επικεντρωθεί σε στόχους και συγκεκριμένα μέτρα εφικτά σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Για παράδειγμα, το πέρασμα της διαχείρισης του νερού στην αυτοδιοίκηση, ο επαναπροσανατολισμός του τουρισμού, τα πρόστιμα στα κενά διαμερίσματα που κατέχουν οι τράπεζες και οι εταιρείες ακινήτων, ο περιορισμός των υψηλόμισθων διοικητικών, ή η διενέργεια αποφασιστικών για την πόλη δημοψηφισμάτων.

A.R.: Πρέπει να αποδομήσετε τη σημερινή Βαρκελώνη για να οικοδομήσετε μια ριζικά νέα;

Αυτό σχεδιάζουν ήδη πολλά δίκτυα στις γειτονιές που αντιτίθενται στο τουριστικό μοντέλο ή στις ιδιωτικοποιήσεις. Ως εκ τούτου, δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Και, επίσης, εδώ και καιρό οικοδομείται μια νέα Βαρκελώνη μέσα από συνεταιριστικές εμπειρίες της κοινωνικής οικονομίας ή της αυτοδιαχείρισης των εξοπλισμών, όπως το Ateneo Popular στο Nou Barris ή το Can Batlló. Αυτή η άλλη Βαρκελώνη υπάρχει ήδη και δείχνει ότι, με ελάχιστα μέτρα θα μπορούσαμε να επιτύχουμε μεγάλες μεταμορφώσεις που θα ωφελούσαν το σύνολο των πολιτών.

A.R.: Σε ποιο βαθμό η κυρίαρχη διαδικασία μπορεί να επισκιάσει τη δυναμική σας;

Εμείς είμαστε υπέρ του δικαιώματος να αποφασίζουμε, αλλά στ’ αλήθεια, όχι όπως η CiU, που ουδέποτε το εφάρμοσε. Θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια ναψηφίσουμε για το Ν-9, προσφεύγοντας και σε πολιτική ανυπακοή εάν είναι απαραίτητο, αλλά ενσωματώνοντας και άλλα επείγοντα προτάγματα. Διότι το δικαίωμα των ανθρώπων στην αυτοδιάθεση είναι τόσο βασικό όσο και το δικαίωμα στην υγεία ή στη δημόσια και ποιοτική εκπαίδευση. Ζητήματα για τα οποία μπορούν να γίνουν πολύ περισσότερα πράγματα με τους διαθέσιμους πόρους. Θα εργαστούμε, λοιπόν, ώστε να αποφασίζουμε για τα πάντα.

A.R.: Αν, τελικά, η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» κατέβει στις αυτοδιοικητικές εκλογές, και βγάλει επτά δημοτικούς συμβούλους, που απέχει πολύ από τους 22 που απαιτούνται για την επίτευξη απόλυτης πλειοψηφίας, θα έχει κερδίσει;

Η πρωτοβουλία «Να κερδίσουμε τη Βαρκελώνη» ήδη έχει πιέσει για να γίνουν πολλές μεταρρυθμίσεις, κάνοντας υποχωρήσεις ως προς τις δικές μας απαιτήσεις, πράγμα που μπορεί να επηρεάσει τις δημόσιες πολιτικές και, τελικά, να δημιουργήσει τη νέα ηγεμονία που επιδιώκουμε. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε το λάθος να αξιολογούμε μια νίκη μόνο με εκλογικούς όρους. Παρόλο που θεωρούμε ότι θα κερδίσουμε αριθμητικά , η νίκη δεν θα έρθει βγάζοντας 22 δημοτικούς συμβούλους, δεδομένου ότι τα λόμπι θα επιβάλουν την επιβράδυνση των μεγάλων οικονομικών αλλαγών. Θα θριαμβεύσουμε μόνο αν καταφέρουμε, αρχής γενομένης από σήμερα, να πετύχουμε μια μεγάλη κινητοποίηση των πολιτών. Μια αντίπαλη κοινωνική δύναμη χωρίς την οποία δεν θα υπάρξει νίκη, ούτε δημοκρατία.

[1] ERC: Esquerra Republicana de Catalunya (Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας)
[2] Convergència i Unió: καταλανική εθνικιστική εκλογική συμμαχία μεταξύ της Δημοκρατικής Σύγκλισης της Καταλονίας (CDC) και του μικρότερου ομόλογού της, της Δημοκρατικής Ένωσης της Καταλονίας (UDC). Μετά τις εκλογές της 25 Σεπτεμβρίου του 2012 συμμάχησαν με την ERC.
[3] CUP(Candidatura de Unidad Popular) είναι μια πολιτική οργάνωση με βάση τη συνέλευση, αριστερών και αυτονομιστών που δρα στην Καταλονία και τη Βαλένθια.
[4] ICV (Iniciativa per Catalunya Verds)