Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

'Η χρηματιστικοποίηση της ζωής'. Μια δημόσια ομιλία στις ΗΠΑ


Μια ομιλία που έκανα σχετικά με τη χρηματιστικοποίηση του σύγχρονου καπιταλισμού στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ σε ανοιχτό κοινό. Την εκδήλωση διοργάνωσε το The Real News Network, αριστερός διαδικτυακός τόπος με ευρεία απήχηση, ειδικά ανάμεσα στη μαύρη κοινότητα της Βαλτιμόρης, που είναι και η πλειοψηφία στην πόλη.

Η ομιλία ανέβηκε πρόσφατα στο youtube και συζητήθηκε εκτενώς στις ΗΠΑ και αλλού.


The Financialization of Life 

Costas Lapavitsas speaks to an audience at The Real News about how finance controls the global economy -   October 24, 14




Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Το μήνυμα των αγορών για την Ελλάδα και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ


Την τιμητική της είχε η Ελλάδα στην πρόσφατη έκρηξη χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου πήρε ανοδική πορεία στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν ήταν περίπου 5,5%. Η άνοδος έγινε εκρηκτική την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς ο σπασμός της αστάθειας διέτρεξε τις παγκόσμιες αγορές, φτάνοντας το 9%. Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το Χρηματιστήριο Αθηνών. Όπως περίμεναν οι ψυχραιμότεροι - ακριβώς επειδή επρόκειτο για σπασμό και όχι για την ίδια την κρίση - η κατάσταση εξομαλύνθηκε παγκοσμίως την εβδομάδα αυτή και το ελληνικό επιτόκιο έπεσε ταχέως γύρω στο 7%. Αλλά το μήνυμα για την Ελλάδα ήταν αμείλικτο, ιδίως για το πολιτικό της προσωπικό, κυβέρνηση και αντιπολίτευση.


Η ελληνική αναπτυξιακή καχεξία

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής γιατί η πορεία της οικονομίας της κατέδειξε για μια ακόμη φορά την αποτυχία της Ευρωζώνης και τους μεγάλους κινδύνους που ενέχει για την παγκόσμια οικονομία. Το 2014 η εξάχρονη ύφεση βαίνει προς το τέλος της και είναι πιθανό να σημειωθεί  ακόμη και μια ανεπαίσθητη αύξηση του ΑΕΠ. Η κύρια αιτία είναι φυσικά ο τουρισμός που συνέβαλε στην ελαφριά υποχώρηση της ανεργίας - λίγο πάνω από το 26% - και στην τόνωση των ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η κατανάλωση, η οποία υποχώρησε ραγδαία καθώς συντρίφτηκαν οι μισθοί το 2010-14, φαίνεται πια να σταθεροποιείται, σταματώντας έτσι και την πτώση των λιανικών πωλήσεων. Ακόμη και οι επενδύσεις, που κατέρρευσαν μετά το 2007, κάνουν κάποια διστακτικά βήματα σταθεροποίησης.

Που όμως θα βρεθούν οι πηγές της ανάπτυξης από δω κι εμπρός; Το πρόσφατο σενάριο του ΔΝΤ που προβλέπει ανάπτυξη με μέσο ρυθμό 3,4% ετησίως για το 2015-19 φαντάζει εξωπραγματικό. Πως θα παρουσιάσει ανοδικό δυναμισμό η κατανάλωση δεδομένου ότι οι μισθοί θα συνεχίσουν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα; Γιατί να ανακάμψουν συστηματικά οι ιδιωτικές επενδύσεις, όταν οι δημόσιες επενδύσεις συρρικνώνονται και η βιομηχανική παραγωγή συνεχίζει να πέφτει, όπως έκανε κατά 5,7% τον Αύγουστο; Πόση μπορεί να είναι η τόνωση που θα έρθει από τις διεθνείς συναλλαγές, όταν οι εξαγωγές αγαθών δεν παρουσιάζουν απολύτως κανένα δυναμισμό και μάλιστα το ισοζύγιο στην εμπορία αγαθών παρουσιάζει και πάλι αυξανόμενα ελλείμματα; Πως θα στηρίξει την ιδιωτική οικονομία το τραπεζικό σύστημα το οποίο είναι ο ορισμός του ‘ζόμπι’ δεδομένου ότι κατέχει περίπου 80δις προβληματικών δανείων – για τα μισά εκ των οποίων δεν υπάρχει πρόβλεψη κάλυψης – και θα χρειαστεί το ίδιο στήριξη;

Η Ελλάδα χρειάζεται γρήγορη και σταθερή ανάκαμψη του παραγωγικού ιστού, αν πρόκειται να σταθεί ξανά στα πόδια της και να απορροφήσει τη γιγαντιαία ανεργία. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας της ελληνικής οικονομίας έχει πληγεί βαρύτατα, το πλήγμα είναι δομικό και όχι απλώς κυκλικό και δεν διαφαίνονται για την ώρα οι μηχανισμοί συστηματικής ανάκαμψης. Τα όσα λέγονται περί ‘μεταρρυθμίσεων’ - δηλαδή η άσκηση επιπλέον πίεσης στους εργαζομένους – που θα οδηγήσουν σε ταχύρρυθμη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, απλώς φέρνουν χαμόγελο. Στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν βαθύτατη άγνοια του πως δημιουργείται πραγματικά η ανάπτυξη, ενώ στη χειρότερη είναι εκ του πονηρού.

Τον ρόλο του αναπτυξιακού καταλύτη στις σημερινές συνθήκες μπορεί να τον παίξει μόνο το Δημόσιο. Όσο όμως η δημοσιονομική πολιτική θα διαμορφώνεται μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια που θέτει η ΕΕ, με κύριο στόχο να εξυπηρετείται το τεράστιο χρέος και άρα να επιτυγχάνονται πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 4% για τα επόμενα χρόνια, τόσο το Δημόσιο δεν θα μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του. Αν μάλιστα προστεθεί και η διαλυτική επίδραση των επικείμενων ιδιωτικοποιήσεων, αλλά κυρίως η απώλεια της ικανότητας δημόσιας παρέμβασης λόγω του άκρατου νεοφιλελευθερισμού της Τρόικα, τόσο χειρότερα γίνονται τα πράγματα.


Το μη βιώσιμο χρέος και τα πολιτικά παιχνίδια της κυβέρνησης

Η μεγάλη δυσκολία της χώρας να επιστρέψει σε σταθερή ανάπτυξη γεννά βάσιμες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορεί εύκολα να εξυπηρετεί το τεράστιο χρέος της μακροπρόθεσμα. Αυτό είναι το νόημα του μη βιώσιμου χρέους, ότι κι αν λέει ο κ. Χαρδούβελης για τα υγιή ‘θεμελιώδη’ μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, όσες επιθετικές δηλώσεις κι αν κάνει ο κ. Βενιζέλος που εσχάτως μετεξελίχθηκε σε δεινό γνώστη της οικονομικής ορολογίας. Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής αναταραχής, η οποία παράλληλα κατέδειξε τον παράλογο χαρακτήρα των διεθνών αγορών και την παθολογική φύση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού.

Η έλλειψη μακροχρόνιας βιωσιμότητας για το ελληνικό χρέος, βλέπετε, δεν αποτελεί πρόβλημα καίριας σημασίας για τις διεθνείς αγορές - εδώ και τώρα. Πάνω από 250δις από το συνολικό όγκο των 320δις του ελληνικού χρέους βρίσκονται στα χέρια της ΕΚΤ, της ΕΕ και του ΔΝΤ, δηλαδή της Τρόικα, άρα δεν διατίθενται ελεύθερα προς εμπορία. Το επιτόκιο δε στα ποσά που κατέχει η ΕΕ είναι πολύ χαμηλό, περίπου 1% κατά μέσο όρο. Από την άλλη, οι αγορές ενδιαφέρονται εντονότατα για την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του υπόλοιπου χρέους - εδώ και τώρα. Ένα μεγάλο μέρος του βρίσκεται στην κατοχή χετζ φαντ και άλλων ‘σκιωδών επενδυτών’ που αγόρασαν ελληνικά ομόλογα (και μετοχές) τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς οι κεντρικές τράπεζες πλημμύρισαν τις αγορές με πάμφθηνη ρευστότητα. Οι ελληνικές αποδόσεις φαντάζουν ελκυστικές, με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει κάποια εγγύηση αποπληρωμής. Η μόνη εγγύηση είναι φυσικά η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας υπό την εποπτεία της τρόικα. Αν αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της αναπτυξιακής καχεξίας, λίγο ενδιαφέρει τις αγορές.

Ενδιαφέρει όμως άμεσα το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Όσο οι φόροι στην ακίνητη περιουσία θα παραμένουν βαρύτατοι και η φτώχεια θα μεγαλώνει, τόσο πιο απίθανη θα γίνεται η επανεκλογή της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Το επιτελείο του Μαξίμου είχε λοιπόν τη φαεινή ιδέα να εμφανιστεί ως επικεφαλής του αντι-μνημονιακού αγώνα, με την προοπτική να απεμπλακεί αμέσως από το ΔΝΤ – και όχι το 2016, όπως προβλέπει το Μνημόνιο – καλύπτοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας τα επόμενα δύο χρόνια (που θα κυμανθούν στα 20-30δις ευρώ) από τις ανοιχτές αγορές. Κυνικότερος, ερασιτεχνικότερος και ατυχέστερος χειρισμός δεν θα μπορούσε να γίνει, δεδομένου μάλιστα ότι η προσπάθεια της Ελλάδας να δανειστεί 3δις από τις ανοιχτές αγορές τον Ιούλιο ουσιαστικά απέτυχε.

Στις εξαιρετικά τεταμένες συνθήκες των διεθνών αγορών η ελληνική πρωτοβουλία έγινε αντιληπτή ως προσπάθεια να ξεγλιστρήσει η χώρα από την πολιτική λιτότητας, άρα έθεσε εν αμφιβόλω την σταθερή εξυπηρέτηση του χρέους της. Η φανερή διαφωνία του ΔΝΤ και της ΕΕ με τους πολιτικάντικους ερασιτεχνισμούς της κυβέρνησης έφερε βίαιη αντίδραση. Οι ‘σκιώδεις’ κερδοσκόποι  πούλησαν ομόλογα και μετοχές ταχύτατα και, σε μια τόσο ρηχή αγορά όσο η ελληνική, οδήγησαν το χρηματιστήριο σε κατάρρευση κι εκτόξευσαν το επιτόκιο των ομολόγων στο 9%. Ο κυβερνητικός χειρισμός κατέρρευσε και μαζί του και η τελευταία ελπίδα της τραγικής κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου να διασωθεί.


Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ

Το πιο αμείλικτο μήνυμα των αγορών στάλθηκε όμως προς την αντιπολίτευση. Παρά το ότι δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, οι διακηρύξεις του είναι ξεκάθαρες: θα επιδιώξει βαθιά διαγραφή του χρέους, άρση της λιτότητας, παρέμβαση ανακούφισης για τα λαϊκά στρώματα και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Οι επιδιώξεις του είναι απολύτως λογικές και απαραίτητες για μια χώρα που βρίσκεται στην κατάσταση της Ελλάδας. Αλλά αυτού του είδους η λογική μικρή σχέση έχει με τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η πανωλεθρία που υπέστη η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου έδειξε ότι μια κυβέρνηση με το διακηρυγμένο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ θα αντιμετωπίσει εντονότατη επίθεση των αγορών, με μεγάλη άνοδο των επιτοκίων και πτώση του χρηματιστηρίου. Η αστάθεια και η ανησυχία θα είναι μεγάλη και για τις τράπεζες και για τις επιχειρήσεις. Αλλά για μια κυβέρνηση που δεν θα έχει ως στόχο της την επιστροφή στις αγορές - όπως θα πρέπει να είναι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - η επίθεση των αγορών δεν θα έχει καθοριστική σημασία, δεδομένου μάλιστα ότι οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας είναι πια πολύ περιορισμένες, αν εξαιρέσει κανείς την εξυπηρέτηση του χρέους. Ψυχραιμία, λοιπόν, θα χρειαστεί, άμεσα μέτρα στήριξης τραπεζών και επιχειρήσεων, καθώς και μεθοδική προετοιμασία του ελληνικού λαού ώστε να μην φοβηθεί.

Καταλυτική όμως θα είναι η στάση που θα κρατήσει η ΕΕ και ειδικότερα η ΕΚΤ. Στις παρούσες συνθήκες των αγορών το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται όσοι καθορίζουν την πορεία της ΕΕ είναι μια κυβέρνηση περιφερειακής χώρας που θα προκαλεί αναταραχή επιδιώκοντας διαγραφή χρέους και αποκηρύσσοντας τη λιτότητα. Ο κίνδυνος γενικευμένης ανάφλεξης θα είναι πολύ μεγάλος. Αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι θα ασκηθούν τεράστιες πιέσεις στη νέα κυβέρνηση για να τηρήσει τα συμφωνημένα από τις προηγούμενες, να παραμείνει στο γενικό πλαίσιο του ελληνικού προγράμματος και να ξεχάσει τα περί βαθιάς διαγραφής χρέους. Στην ουσία να εγκαταλείψει το διακηρυγμένο πρόγραμμά της. Κανείς δε βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον κ. Ντράγκι για να ασκήσει τέτοια πίεση, εκβιάζοντας ευθέως με την απειλή διακοπής της παροχής ρευστότητας στις τράπεζες, όπως ήδη έκανε στην περίπτωση της Κύπρου το 2013.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα έχει επιδοθεί σε εκστρατεία ενημέρωσης των ισχυρών της Ευρώπης προσπαθώντας να τους πείσει για τη λογική που διέπει τις θέσεις του και για την απόφασή του να βρει ‘ευρωπαϊκή’ λύση. Καλό είναι φυσικά να ενημερώνει τα διεθνή φόρα για τις θέσεις του, αλλά ακόμη καλύτερο είναι να έχει αντίληψη των συμφερόντων του αντιπάλου. Καλό είναι επίσης να θυμούνται οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ ότι οι μηχανισμοί της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας χαρακτηρίζονται από καλούς τρόπους, ευγένεια προς τον συνομιλητή τους και τη συνήθεια να ακούνε τον άλλο, αλλά παραμένουν άτεγκτοι υπερασπιστές των συμφερόντων τους, σκληροί και βαθιά υπεροπτικοί.

Δεν υπάρχουν ‘λογικοί’ διαπραγματευτές με τους οποίους θα συνδιαλλαγεί μια ριζοσπαστική ελληνική κυβέρνηση. Η μόνη πραγματική ισχύς της απέναντι στους εκβιασμούς που αναπόφευκτα θα ασκηθούν θα είναι η λαϊκή στήριξη και αποφασιστικότητα. Για να υπάρξει τέτοια στήριξη απαιτείται καθαρότητα οικονομικής και πολιτικής ανάλυσης, απόρριψη των εκβιασμών, ετοιμότητα για ρήξεις και προετοιμασία των λαϊκών στρωμάτων για σκληρή δοκιμασία. Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων είναι ίσως το τελευταίο καμπανάκι για τον ΣΥΡΙΖΑ και η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα να επιδιώξει την αλλαγή που χρειάζεται με ρεαλιστικό τρόπο.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Παγκόσμια οικονομία: Προς γενικευμένη αστάθεια



Η πρόσφατη αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατέδειξε την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης που βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής. Στο άρθρο αυτό αναλύεται σύντομα η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και εντοπίζονται οι πιθανές αιτίες της επόμενης κρίσης.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη εβδομάδα, θα αναλυθούν σε νέο άρθρο τις επόμενες μέρες.


Που βαδίζει η παγκόσμια οικονομία; 

Η παγκόσμια αναταραχή έχει τις ρίζες της στη δομική κρίση του 2007-9, η οποία αντιμετωπίστηκε με κρατική παρέμβαση, χωρίς όμως να επέλθει και οριστική επίλυση των προβλημάτων που τη γέννησαν.  Το κράτος παρενέβη κυρίως με άφθονη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες – με πρώτη την αμερικανική Φεντ – αλλά και με ενέσεις κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Προς το τέλος του 2009 οι αγορές είχαν σταθεροποιηθεί, αλλά κίνδυνος παρέμενε τόσο έντονος ώστε η αμερικανική κυβέρνηση -  στην οποία φυσιολογικά έπεσε ο κλήρος να κρατήσει την παγκόσμια οικονομία όρθια - αναγκάστηκε να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας σε τεράστιες ποσότητες, κρατώντας παράλληλα τα δημόσια επιτόκια συνεχώς κοντά στο 0%.

Το Μάιο του 2013 η Φεντ έκανε την πρώτη δειλή ανακοίνωση ότι σταδιακά θα περιορίσει τη ρευστότητα και άρα κάποια στιγμή τα επιτόκια θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά. Στους δεκαοκτώ μήνες που πέρασαν από τότε αυξήθηκε βαθμιαία η ένταση στις αγορές, αλλά παράλληλα συνεχίστηκε η κερδοσκοπική αξιοποίηση της φθηνής ρευστότητας. Φάνηκε δηλαδή για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά είναι η παθογένεια και το αδιέξοδο του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού της εποχής μας. Η αναταραχή της προηγούμενης εβδομάδας έδωσε τα πρώτα σημάδια της επόμενης κρίσης που πιθανόν να αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία και η οποία έχει δύο βασικές αιτίες.

Η πρώτη είναι ότι στα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά, η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας – ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία – δεν έχει δείξει απολύτως κανέναν αναπτυξιακό δυναμισμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου ανέκαμψε, καθώς οι πραγματικοί μισθοί δέχτηκαν εντονότατες πιέσεις προς τα κάτω, αλλά ο πυρήνας του ώριμου καπιταλισμού παρέμεινε ουσιαστικά σε στασιμότητα. Ακόμη και οι πλέον βαρύγδουποι εκφραστές της επίσημης οικονομικής σκέψης στις ΗΠΑ άρχισαν να μιλούν για μια ‘νέα κανονικότητα’ που θα είναι η έλλειψη ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά της θα είναι φυσικά η αδυναμία της απασχόλησης, τα χαμηλά εισοδήματα, η συνεχιζόμενη φθορά των βασικών υποδομών, η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και η διευρυνόμενη ανισότητα. Η ροπή προς τη στασιμότητα βρίσκεται πίσω και από την τάση αποπληθωρισμού – που παίρνει ήδη τη μορφή πτώσης των τιμών – εξέλιξη που έχει ιστορικά αποδειχθεί καταστρεπτική για την καπιταλιστική οικονομία. Αν προσθέσουμε και τον πολιτικό αυταρχισμό που γίνεται ολοένα και εντονότερος, η εικόνα η οποία αναδύεται είναι τρομακτική.

Η μόνη πηγή δυναμισμού στην παγκόσμια οικονομία κατά το διάστημα αυτό ήταν οι αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως η Κίνα, όπου η ανάπτυξη συνέχισε να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς. Η Κίνα λειτούργησε και ως μεγάλη αγορά για τα προϊόντα μιας σειράς αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Βραζιλία και χώρες της Αφρικής. Όμως, η υποχώρηση του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης από το 10,5% το 2010 στο 7,5% το 2014 και ίσως στο 7% του 2015 σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή: οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες υποχώρησαν έντονα το 2013-14 και αν το επόμενο διάστημα παρουσιάσουν στασιμότητα και οι αναπτυσσόμενες χώρες, τότε η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να οδηγείται σε ένα τέλμα χωρίς προηγούμενο.     

Η δεύτερη αιτία είναι ότι τα πέντε αυτά χρόνια από το 2009 και μετά η χρηματιστικοποίηση συνεχίστηκε και εντάθηκε απορροφώντας πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κυριότερος μοχλός χρηματιστικοποίησης ήταν η παροχή άφθονης κρατικής ρευστότητας, η οποία ξεπέρασε τα $7τρις σε ολόκληρο τον κόσμο υπό την καθοδήγηση της Φεντ, της οποίας ο ισολογισμός έφτασε αισίως τα $4,5τρις. Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες απορρόφησαν τις διατραπεζικές αγορές και αφαίρεσαν το παραδοσιακό περιεχόμενο από τις εμπορικές διατραπεζικές πράξεις ρευστότητας. Για τις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές εταιρείες η πηγή ρευστότητας έγινε μία, αστείρευτη και πάμφθηνη: η κεντρική τράπεζα βασισμένη στη δημόσια πίστη.

Το αποτέλεσμα ήταν, αφ’ ενός, να συσσωρευτούν τεράστια ποσά ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν κατέληγαν στην πραγματική οικονομία, η οποία δεν έδειχνε κανέναν δυναμισμό. Τα ποσά αυτά, αφ’ ετέρου, ενίσχυσαν την αφανή πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις λεγόμενες ‘σκιώδεις’ τράπεζες που είναι ισχυρότατες στις ΗΠΑ, αλλά και πλήθος από χετζ φαντς και άλλους ‘επενδυτές’ τέτοιου τύπου. Το φθηνό κρατικό χρήμα και τα χαμηλά επιτόκια ώθησαν τον συρφετό αυτόν σε αναζήτηση υψηλών αποδόσεων παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες που φαίνονταν να έχουν κάποιον δυναμισμό. Η εισροή κεφαλαίων επέτεινε τη χρηματιστικοποίηση των αναπτυσσομένων χωρών δημιουργώντας φαινόμενα υπερεπέκτασης του δανεισμού σε πολλές απ’ αυτές. Η πρόσφατη Μελέτη της Γενεύης για το 2014 δείχνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος των μη-χρηματοπιστωτικών εταιρειών διογκώθηκε από περίπου 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 215% το 2013.

Ο συνδυασμός προϊούσας στασιμότητας και διευρυνόμενου χρέους είναι δυνάμει εκρηκτικός και αποτελεί την κύρια πηγή κρίσης για την παγκόσμια οικονομία

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη η εμφάνιση τάσεων ανταγωνισμού στις διεθνείς ισοτιμίες. Τα χρόνια μετά την κρίση οι κεντρικές ισοτιμίες της παγκόσμιας αγοράς παρέμειναν σχετικά σταθερές, πράγμα που συνέβαλε στη σταθεροποίηση του συστήματος συνολικότερα. Από το 2013 όμως το ιαπωνικό γεν υποχωρεί συστηματικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Άμπε έχει διακηρυγμένη πολιτική ανόδου το πληθωρισμού σε μια προσπάθεια τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Το ευρώ επίσης παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης εδώ και μήνες καθώς υπάρχει η προσδοκία από πλευράς χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα υιοθετήσει νομισματική χαλάρωση. Κανείς δε γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί με το κινεζικό γουάν το επόμενο διάστημα καθώς η χρήση του γίνεται ολοένα και ευρύτερη. Αν υπάρξει περίοδος πολέμου στις ισοτιμίες τα πράγματα θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολα για μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει δυναμισμό.

Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σταδιακά έχουν γίνει εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διακηρυγμένη απόφαση της Φεντ να περιορίσει τη δημόσια ρευστότητα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα αποκαλυφθεί εάν και όταν οι δραστηριότητες των ‘σκιωδών’ επενδυτών έρθουν στο φως. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι οι διατραπεζικές αγορές έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να γενούν ρευστότητα, αφού τόσον καιρό στηρίζονται στην κρατική. Στο κλίμα αυτό ήταν αρκετές ορισμένες προβληματικές ειδήσεις για την πορεία των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας για να γενικευτεί η αστάθεια την προηγούμενη εβδομάδα, να επέλθει ραγδαία υποχώρηση των χρηματιστηρίων, να εκτοξευτεί η ‘μεταβλητότητα’ των αποδόσεων και να εξαπλωθεί φόβος.



Η επίμονη κρίση της Ευρωζώνης

Την πρωτοκαθεδρία στην αστάθεια είχε φυσικά η Ευρωζώνη, η οποία πλήττεται από την αποτυχία της νομισματικής ένωσης. Η κρίση της ΟΝΕ το 2010-12 αντιμετωπίστηκε μεταφέροντας το κόστος εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια, επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα και μειώνοντας το εργατικό κόστος. Τα δημοσιονομικά της περιφέρειας σταθεροποιήθηκαν με τεράστιο κόστος, καθώς η λιτότητα προκάλεσε βαθύτατη ύφεση και χειροτέρεψε το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ. Παράλληλα, κάτω από γερμανική πίεση η ΟΝΕ έγινε ακόμη πιο σκληρή στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση η προοπτική ‘αμοιβαιοποίησης’ του δημόσιου χρέους. Η νομισματική ένωση έχει εξελιχθεί σε μια μέγγενη που φέρνει ασφυξία σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το τραγικό ήταν ότι η καταστροφή της περιφέρειας δεν έφερε τη λύση, παρά τα όσα φαντάζονταν τα σοφά μυαλά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, γιατί η δομική δυσλειτουργία της Ευρωζώνης δεν προήλθε από τα προβληματικά δημόσια οικονομικά της περιφέρειας, αλλά από τη δεκαπενταετή καθήλωση των ονομαστικών μισθών στη Γερμανία.  Οι καθηλωμένοι μισθοί έδωσαν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο γερμανικό κεφάλαιο μέσα στην Ευρωζώνη, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης για τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Η Γερμανία σημείωσε ένα τεράστιο άλμα στο λόγο των εξαγωγών προς το ΑΕΠ: το 2013 έφτασε το 51%, ενώ της Κίνας ήταν μόλις 26%. Την ίδια χρονιά το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν $274δις - το μεγαλύτερο στον κόσμο - ενώ της Κίνας ήταν $183δις.

Ταυτόχρονα, η οικονομία της Γερμανίας είναι επισφαλής ακριβώς διότι η εμπορική της κυριαρχία στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς και όχι στις επενδύσεις, ή στην άνοδο της παραγωγικότητας. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει εξαιρετικά ασθενής και η μόνη πηγή ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές, για τις οποίες δεν υπάρχει φυσικά καμία βεβαιότητα. Κυριαρχώντας στην Ευρωζώνη η Γερμανία έχει μεταβληθεί σε νεομερκαντιλιστικό φρούριο που απορροφά ζήτηση από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη στασιμότητα. Πραγματικά πρόκειται για μια πολιτική που οδηγεί στη χρεοκοπία του γείτονα, αφού πρώτα φέρει φτώχεια στον εγχώριο πληθυσμό.

Το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά κανένα κίνητρο να αλλάξουν την πολιτική αυτή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η γερμανική πολιτική δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη Γαλλία και την Ιταλία, οικονομίες που πλέον έχουν μεγάλο ανταγωνιστικό έλλειμμα και πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία οδεύει προς την ύφεση το 2014-15, καθώς η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ αδύναμη. Εν ολίγοις, η κρίση της Ευρωζώνης έχει μετατραπεί σε σιγανή φωτιά που κατατρώει τις χώρες του πυρήνα. 

Αξίζει να τονιστεί ότι, όσοι νομίζουν πως η λύση για την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί με γαλλικό ή ιταλικό "αντάρτικο κατά της λιτότητας",  καθώς για παράδειγμα η Γαλλία αρνήθηκε να φέρει το έλλειμμα της στο 3% του ΑΕΠ έως το 2015 αλλά θα το κάνει έως το 2017, απλώς δεν έχουν κατανοήσει τη φύση του προβλήματος. Λύση θα επέλθει μόνο αν η Γερμανία αλλάξει πολιτική μισθών και δημοσιονομικής ισορροπίας απαλείφοντας έτσι το δομικό κενό ανταγωνιστικότητας μέσα στην ΟΝΕ. Είναι προφανές ότι αυτό θα συμβεί μόνο μετά από βαθιά κοινωνική αλλαγή στη Γερμανία. Για την ώρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είναι εφικτή.

Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που η διάχυτη ένταση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές εκδηλώθηκε με έντονη δυσπιστία προς την Ευρωζώνη. Ειδικά την προηγούμενη εβδομάδα η μεταβλητότητα των ισπανικών και ιταλικών αποδόσεων στα ομόλογα εκτοξεύτηκε και οι τιμές μετοχών σημείωσαν κάθετη πτώση. Ταυτόχρονα σημειώθηκε στροφή των χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα γερμανικά ομόλογα (αλλά και τα γαλλικά για τα οποία υπάρχει η αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά) ως καταφύγιο ασφαλείας. Δεν υπήρξε βέβαια επιστροφή στις μέρες του 2010-12,  αλλά έγινε φανερό ότι η Ευρωζώνη παραμένει η κύρια περιοχή αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Την τιμητική της είχε και πάλι η Ελλάδα.



Δύσκολες επιλογές

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν με ενάργεια το πνιγηρό αδιέξοδο που πλέον αντιμετωπίζει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της εποχής μας. Είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αυτό που συνέβη ήταν απλώς ένας σπασμός που αποκάλυψε τη φύση της παγκόσμιας αστάθειας. Ακόμη και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων, τα οποία έφτασαν το 9%, δεν είχε καμία σχέση με το 2010-12 όταν τα επιτόκια ξεπερνούσαν το 30%. Η κατάσταση πιθανώς θα σταθεροποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα κυρίως γιατί οι κεντρικές τράπεζες θα δράσουν καθησυχαστικά όσον αφορά τις επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων. Αλλά οι οιωνοί είναι σαφείς: οι πιέσεις εντός της παγκόσμιας οικονομίας πλησιάζουν το σημείο έκρηξης, η προοπτική χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πραγματική και η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρό της.

Στο πλαίσιο αυτό τα περιθώρια παρέμβασης του αμερικανικού δημοσίου είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της, καθώς ο ισολογισμός της Φεντ έχει ήδη γιγαντωθεί, ενώ τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια για πέντε χρόνια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Σε περίπτωση κρίσης είναι πιθανό ότι θα τεθεί ευθέως θέμα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικευμένης κρατικής παρέμβασης στις υποδομές και στην παραγωγή. Είναι επίσης πιθανό ότι θα τεθεί ξανά θέμα δομικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέτοιες δράσεις θα φέρουν αναπόφευκτα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις θέτοντας σε αμφισβήτηση την πορεία της χρηματιστικοποίησης και άρα η υιοθέτησή τους δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση.  

Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από τεχνικής πλευράς, τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΚΤ είναι τεράστια κυρίως γιατί ο κ. Ντράγκι, παρά τα όσα πιστεύονται, έχει σημαντικά περιορίσει την παροχή ρευστότητας από το 2012 και μετά, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται με όλο και λιγότερη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα. Η σταθεροποίηση που επέφερε ο κ. Ντράγκι με το περίφημο "θα κάνω ό,τι χρειαστεί" του 2012 οφειλόταν καθαρά στην απειλή που εμπεριείχε για τους κερδοσκόπους. Η ΕΚΤ μπορεί δυνάμει να αγοράσει πολύ μεγάλες ποσότητες ομολόγων, αλλά η δράση της περιορίζεται από το καταστατικό της, το οποίο και αντανακλά τη βασική λογική της ΟΝΕ. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν παρέμβει μαζικά στις δευτερογενείς αγορές ο κ. Ντράγκι, όπως δεσμεύτηκε ότι θα κάνει μετά το 2012, αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για τέτοια παρέμβαση, θα πρέπει να "αποστειρώσει" τις δράσεις του απορροφώντας άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Η προοπτική δε ότι θα παρέμβει εκτενώς στις πρωτογενείς αγορές σε μια προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας (ποσοτικής χαλάρωσης) αντίστοιχης της Φεντ, ελάχιστα πείθει δεδομένης της απόλυτα αρνητικής στάσης της Γερμανίας. Αλλά και αυτό αν γίνει, το θεμελιώδες πρόβλημα της ΟΝΕ δεν θα έχει λυθεί, όπως ήδη αναλύθηκε παραπάνω.

Αξίζει να τονιστεί ότι όσοι (κυρίως στην Αριστερά, αλλά και στο Κέντρο και στη Δεξιά) νομίζουν ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτή η "αδήριτη ανάγκη" της νομισματικής επέκτασης από πλευράς ΕΚΤ και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν εκτιμούν ορθά τη φύση της ΟΝΕ. Η υποτιθέμενη "ανάγκη" μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί που θέτει η ΟΝΕ απαγορεύοντας την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από άλλη. Το ευρώ δεν είναι ένας απλός μανδύας πάνω στο σώμα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως πολλοί αρέσκονται να πιστεύουν, αλλά ένας πραγματικός περιορισμός για τα κράτη-μέλη. Η δε ΟΝΕ είναι μια διακρατική συμφωνία 17 ανεξάρτητων κρατών και όχι ένα βήμα προς το σχηματισμό ενιαίου "ευρωπαϊκού" κράτους. Είναι πιθανότερο η ΟΝΕ να διαρραγεί παρά να υπάρξει γενικευμένη νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση που θα επέβαλλε στη Γερμανία να επωμισθεί το κόστος των αποφάσεων άλλων χωρών.

Τις συνέπειες για τη χώρα που μας ενδιαφέρουν άμεσα, ιδιαίτερα σε μία στιγμή που φαίνεται  να οδεύει προς μεγάλη πολιτική αλλαγή, θα τις εξετάσουμε τις επόμενες μέρες.




Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή 12.10.2014


Ο Κώστας Λαπαβίτσας σε μία εφ΄όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή μιλάει για το χρέος, την επαναφορά του κατώτατου μισθού, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, τον κίνδυνο ανάδυσης οικονομικών εθνικισμών, την κατάσταση στην Ευρώπη και τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα της Γαλλίας.


ΠΟΛΙΤΙΚΗ / ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κώστας Λαπαβίτσας: Η ΟΝΕ δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί


Συνέντευξη στον Χρήστο Σίμο

"Η βαθιά διαγραφή χρέους είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με τους δανειστές και τους εταίρους", τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην "Αυγή" της Κυριακής, ο Κ. Λαπαβίτσας σχολιάζει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και αναλύει την κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση."